Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
étourdiment [etuʀdimɑ̃] ΕΠΊΡΡ
distraitement [distʀɛtmɑ̃] ΕΠΊΡΡ
distraction [distʀaksjɔ̃] ΟΥΣ θηλ
1. distraction (activité):
2. distraction (détente):
3. distraction (étourderie):
4. distraction ΝΟΜ (de fonds, biens):
I. absent (absente) [apsɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ
1. absent:
3. absent (qui ne participe pas):
4. absent (inexistant):
II. absent (absente) [apsɑ̃, ɑ̃t] ΟΥΣ αρσ (θηλ)
1. absent (gén) ΣΧΟΛ:
2. absent (défunt):
œil <πλ yeux> [œj, jø] ΟΥΣ αρσ
1. œil ΑΝΑΤ:
2. œil (exprimant des sentiments):
7. œil (bourgeon):
ιδιωτισμοί:
I. taper [tape] ΡΉΜΑ μεταβ
2. taper (dactylographier):
II. taper sur ΡΉΜΑ μεταβ
taper sur μεταβ έμμ αντικείμ clou:
III. taper [tape] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. taper (frapper):
2. taper (se servir) οικ:
IV. se taper ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα
2. se taper (soi-même):
3. se taper (consommer) αργκ:
V. taper [tape]
quatre <πλ quatre> [katʀ] ΕΠΊΘ αμετάβλ ΑΝΤΩΝ ΟΥΣ αρσ
I. paille [pɑj] ΕΠΊΘ αμετάβλ (couleur)
II. paille [pɑj] ΟΥΣ θηλ
1. paille ΓΕΩΡΓ:
IV. paille [pɑj]
I. loin [lwɛ̃] ΕΠΊΡΡ
1. loin (dans l'espace):
2. loin (dans le temps):
3. loin μτφ:
II. loin de ΠΡΌΘ
1. loin de (dans l'espace):
2. loin de (dans le temps):
3. loin de μτφ:
III. de loin ΕΠΊΡΡ
1. de loin (d'un endroit éloigné):
2. de loin μτφ:
V. de loin en loin ΕΠΊΡΡ
1. de loin en loin (séparé dans l'espace):
doigt [dwa] ΟΥΣ αρσ
dent [dɑ̃] ΟΥΣ θηλ
στο λεξικό PONS
distraitement [distʀɛtmɑ̃] ΕΠΊΡΡ
distraitement [distʀɛtmɑ͂] ΕΠΊΡΡ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.