στο λεξικό PONS
I. hit [hɪt] ΟΥΣ
1. hit (blow):
2. hit (verbal blow):
3. hit (shot):
4. hit (collision):
5. hit (success):
II. hit [hɪt] ΟΥΣ modifier
III. hit <-tt-, hit, hit> [hɪt] ΡΉΜΑ μεταβ
1. hit (strike):
2. hit (come in contact):
4. hit (crash into):
5. hit (with missile):
6. hit ΑΘΛ:
7. hit (affect negatively):
8. hit οικ (arrive at):
9. hit οικ (go to):
10. hit (encounter):
11. hit (occur to):
12. hit (produce):
ιδιωτισμοί:
IV. hit [hɪt] ΡΉΜΑ αμετάβ
3. hit (attack):
-
- jdn attackieren a. μτφ
I. rain [reɪn] ΟΥΣ
1. rain no pl (precipitation):
III. rain [reɪn] ΡΉΜΑ αμετάβ
I. twin [twɪn] ΟΥΣ
II. twin [twɪn] ΕΠΊΘ αμετάβλ
III. twin <-nn-> [twɪn] ΡΉΜΑ μεταβ
IV. twin <-nn-> [twɪn] ΡΉΜΑ αμετάβ
high-ˈfive ΟΥΣ
high-ˈrank·ing ΕΠΊΘ προσδιορ
-
- hochrangig <höherrangig, höchstrangig>
normal hill ΟΥΣ ΣΚΙ
1. normal hill (discipline):
2. normal hill (venue):
hike up ΡΉΜΑ μεταβ
1. hike up (increase):
2. hike up esp αμερικ (lift):
ˈhigh-strength ΕΠΊΘ ΤΕΧΝΟΛ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
yearly high ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
high achiever ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ
-
- Spitzenkraft θηλ
high interest country ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς
high-level economic activity ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
high-tech enterprise ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
record high ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Rekordhoch ουδ
HIPC initiative ΟΥΣ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ
unreasonably high costs ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
high yield ΕΠΊΘ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
high-level nuclear waste
high mountains
high yield variety [ˌhaɪjiːldˈvəraɪəti] ΟΥΣ
high humidity [ˌhaɪˈhjuːmɪdəti] ΟΥΣ
high coast
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
high salinity
high-yielding ΕΠΊΘ
high-level radioactive waste
pin curler ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
main route ΔΗΜ ΣΥΓΚ
twin tyres
twin tyres πλ βρετ:
high rise apartment block αμερικ ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ
private hire bus βρετ ΔΗΜ ΣΥΓΚ
Ορολογία μηχατρονικής της Klett
ˈsub·ject line ΟΥΣ (in business letter, email)
-
- Betreffzeile θηλ
| I | hit |
|---|---|
| you | hit |
| he/she/it | hits |
| we | hit |
| you | hit |
| they | hit |
| I | hit |
|---|---|
| you | hit |
| he/she/it | hit |
| we | hit |
| you | hit |
| they | hit |
| I | have | hit |
|---|---|---|
| you | have | hit |
| he/she/it | has | hit |
| we | have | hit |
| you | have | hit |
| they | have | hit |
| I | had | hit |
|---|---|---|
| you | had | hit |
| he/she/it | had | hit |
| we | had | hit |
| you | had | hit |
| they | had | hit |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.