στο λεξικό PONS
I. flat1 <-tt-> [flæt] ΕΠΊΘ
1. flat:
4. flat προσδιορ, αμετάβλ μτφ (absolute):
5. flat also μτφ μειωτ (dull):
6. flat ΛΟΓΟΤ:
8. flat (tasteless):
10. flat (deflated):
11. flat ΕΜΠΌΡ, ΟΙΚΟΝ (not active):
13. flat ΜΟΥΣ:
14. flat προσδιορ, αμετάβλ ΕΜΠΌΡ (fixed):
II. flat1 <-tt-> [flæt] ΕΠΊΡΡ
1. flat (horizontally):
2. flat (levelly):
3. flat αμετάβλ οικ (absolutely):
4. flat αμετάβλ οικ (completely):
III. flat1 [flæt] ΟΥΣ
1. flat (level surface):
2. flat (level ground):
3. flat ΓΕΩΓΡ (land):
4. flat ΜΟΥΣ:
5. flat βρετ ΑΘΛ:
6. flat ΘΈΑΤ (scenery):
-
- Schiebewand θηλ
flat2 [flæt] ΟΥΣ βρετ, αυστραλ
flat ˈwhite ΟΥΣ
flat-ˈout ΕΠΊΘ αμερικ οικ
1. flat-out (absolute):
2. flat-out (vigorous):
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
block of flats ΟΥΣ ΑΚΊΝ
flat amount ΟΥΣ ΦΟΡΟΛ
-
- Pauschbetrag αρσ
flat fee ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Pauschalgebühr θηλ
flat yield ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Umlaufrendite θηλ
actual flat amount ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
flat-rate tax deduction ΟΥΣ ΦΟΡΟΛ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
coast with mud flats
flat topography
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
high rise block of flats βρετ ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ
flat truck βρετ ΕΜΠΟΡ ΜΕΤΑΦ
flat fare ΔΗΜ ΣΥΓΚ
flat fare system ΔΗΜ ΣΥΓΚ
flat bed truck αμερικ ΕΜΠΟΡ ΜΕΤΑΦ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.