Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lentoure
uniform
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. ein·heit·lich [ˈainhaitlɪç] ΕΠΊΘ

1. einheitlich (gleich):

einheitlich
einheitlich

2. einheitlich (in sich geschlossen):

einheitlich

3. einheitlich ΧΗΜ:

einheitlich
einheitlich

II. ein·heit·lich [ˈainhaitlɪç] ΕΠΊΡΡ

einheitlich
einheitlich gekleidet
einheitlich gestaltet
einheitlich handeln [o. vorgehen]

EU-ein·heit·lich ΕΠΊΘ

EU-einheitlich
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
einheitlich
einheitlich
einheitlich
einheitlich
einheitlich
einheitlich
einheitlich

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Damit wurde ein international einheitlicher Standard geschaffen innerhalb dem jede involvierte Institution oder auch private Raumfahrtfima ihre Adapter konstruieren kann.
de.wikipedia.org
Neuere Vorstellungen gehen allerdings nicht mehr von einem einheitlichen Kleinkontinent aus, sondern von zwei größeren Gruppen von kontinentalen Krustenblöcken.
de.wikipedia.org
Das nördlich der Bahnsteige gelegene einheitliche Betriebsgebäude im Lokalbahnstil befand sich östlich des Ladegleises.
de.wikipedia.org
Aus dem Jahr 1816 ist überwiesen, dass das Korps zum ersten Mal einheitlich uniformiert war.
de.wikipedia.org
Bei Vliestapeten, die bereits farbig oder gemustert sind, soll der zu tapezierende Untergrund farblich einheitlich sein, da der Vliesträger durchscheinender ist als der herkömmliche Papierträger.
de.wikipedia.org