Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Pharisien
commitment to

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

En·ga·ge·ment <-s, -s> [ãgaʒəˈmã:] ΟΥΣ ουδ

1. Engagement (Eintreten):

Engagement für +αιτ

2. Engagement ΘΈΑΤ (Anstellung):

Engagement
engagement

Ein-Ta·ges-En·ga·ge·ment [-ãgaʒəmã:] ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

Ein-Tages-Engagement
Befähigung und Engagement
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
soziales Engagement
soziales Engagement
soziales Engagement
Engagement ουδ <-s, -s>
slacktivism αργκ
Engagement ουδ <-s, -s> für +αιτ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Engagement ΟΥΣ ουδ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Engagement (Investition)

Engagement Letter ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

engagement letter

Baisse-Engagement ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Baisse-Engagement
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Baisse-Engagement ουδ
Engagement ουδ
Engagement Letter αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

1868 gab sie ihr Engagement auf und gastierte seitdem ausschließlich.
de.wikipedia.org
Geehrt wird sein politisches Engagement mit Verweis auf sein Wirken für die Vielfalt von Lebensmustern.
de.wikipedia.org
In der internationalen Permakulturbewegung wird Holmgren vor allem für sein Engagement geschätzt, mit dem er immer wieder durch praktische Projekte die Möglichkeiten der Permakultur demonstriert.
de.wikipedia.org
Auf dem großen Dorfanger wurde 2008 durch starkes Engagement der Einwohner und Unternehmer des Ortes ein neuer Spielplatz errichtet.
de.wikipedia.org
Aus diesen Expeditionen resultierte sein Engagement für den Artenschutz.
de.wikipedia.org