Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
I. angle [βρετ ˈaŋɡ(ə)l, αμερικ ˈæŋɡəl] ΟΥΣ
1. angle (gen) ΜΑΘ:
2. angle (point of view):
3. angle (perspective, slant):
II. angle [βρετ ˈaŋɡ(ə)l, αμερικ ˈæŋɡəl] ΡΉΜΑ μεταβ
1. angle (tilt):
III. angle [βρετ ˈaŋɡ(ə)l, αμερικ ˈæŋɡəl] ΡΉΜΑ αμετάβ
I. high [βρετ hʌɪ, αμερικ haɪ] ΟΥΣ
1. high (high level):
2. high (euphoric feeling) οικ:
4. high αμερικ οικ ΣΧΟΛ → high school
II. high [βρετ hʌɪ, αμερικ haɪ] ΕΠΊΘ
1. high (tall):
2. high (far from the ground):
3. high (numerically large):
4. high (great, intense):
5. high (important):
6. high (noble):
7. high (acute):
8. high (mature):
9. high (on drug):
10. high (happy):
III. high [βρετ hʌɪ, αμερικ haɪ] ΕΠΊΡΡ
1. high (to a great height):
2. high (at a high level):
IV. on high ΕΠΊΡΡ (gen)
V. high [βρετ hʌɪ, αμερικ haɪ]
high school
I. shoot [βρετ ʃuːt, αμερικ ʃut] ΟΥΣ
2. shoot βρετ ΚΥΝΉΓΙ:
II. shoot [βρετ ʃuːt, αμερικ ʃut] ΕΠΙΦΏΝ
III. shoot <απλ παρελθ, μετ παρακειμ shot> [βρετ ʃuːt, αμερικ ʃut] ΡΉΜΑ μεταβ
1. shoot (fire):
2. shoot:
3. shoot (direct):
10. shoot (inject) οικ → shoot up οικ
IV. shoot <απλ παρελθ, μετ παρακειμ shot> [βρετ ʃuːt, αμερικ ʃut] ΡΉΜΑ αμετάβ
2. shoot (move suddenly):
V. to shoot oneself ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα
VI. shoot [βρετ ʃuːt, αμερικ ʃut]
I. shoot up ΡΉΜΑ [βρετ ʃuːt -, αμερικ ʃut -] (shoot up)
I. mouth [βρετ maʊθ, αμερικ maʊθ] ΟΥΣ
1. mouth:
2. mouth:
II. mouth [βρετ maʊθ, αμερικ maʊθ] ΡΉΜΑ μεταβ
1. mouth (move lips silently):
- mouth word, lyrics, answer
-
III. mouth [βρετ maʊθ, αμερικ maʊθ] ΡΉΜΑ αμετάβ
IV. mouth [βρετ maʊθ, αμερικ maʊθ]
I. shot [βρετ ʃɒt, αμερικ ʃɑt] ΡΉΜΑ παρελθ ΡΉΜΑ μετ παρακειμ
shot → shoot
II. shot [βρετ ʃɒt, αμερικ ʃɑt] ΟΥΣ
1. shot (from gun etc):
2. shot ΑΘΛ:
6. shot (attempt):
8. shot:
III. shot [βρετ ʃɒt, αμερικ ʃɑt] ΕΠΊΘ
1. shot:
IV. shot [βρετ ʃɒt, αμερικ ʃɑt]
I. shoot up ΡΉΜΑ [βρετ ʃuːt -, αμερικ ʃut -] (shoot up)
I. shoot [βρετ ʃuːt, αμερικ ʃut] ΟΥΣ
2. shoot βρετ ΚΥΝΉΓΙ:
II. shoot [βρετ ʃuːt, αμερικ ʃut] ΕΠΙΦΏΝ
III. shoot <απλ παρελθ, μετ παρακειμ shot> [βρετ ʃuːt, αμερικ ʃut] ΡΉΜΑ μεταβ
1. shoot (fire):
2. shoot:
3. shoot (direct):
10. shoot (inject) οικ → shoot up οικ
IV. shoot <απλ παρελθ, μετ παρακειμ shot> [βρετ ʃuːt, αμερικ ʃut] ΡΉΜΑ αμετάβ
2. shoot (move suddenly):
V. to shoot oneself ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα
στο λεξικό PONS
I. angle1 [ˈæŋgl] ΟΥΣ ΜΑΘ
I. angle2 [ˈæŋgl] ΟΥΣ (perspective)
I. high [haɪ] ΕΠΊΘ
1. high (elevated):
2. high (above average):
3. high ΙΑΤΡ:
4. high (important, eminent):
ιδιωτισμοί:
II. high [haɪ] ΕΠΊΡΡ
III. high [haɪ] ΟΥΣ
1. high (high(est) point/level/amount):
I. shot1 [ʃɒt, αμερικ ʃɑ:t] ΟΥΣ
9. shot οικ (try):
II. shot1 [ʃɒt, αμερικ ʃɑ:t] ΡΉΜΑ
shot μετ παρακειμ, παρελθ of shoot
I. shoot [ʃu:t] ΟΥΣ
III. shoot <shot, shot> [ʃu:t] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. shoot (fire a bullet):
4. shoot (move rapidly):
IV. shoot <shot, shot> [ʃu:t] ΡΉΜΑ μεταβ
1. shoot (discharge weapon):
3. shoot (photograph):
ιδιωτισμοί:
I. shoot [ʃu:t] ΟΥΣ
III. shoot <shot, shot> [ʃu:t] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. shoot (fire a bullet):
4. shoot (move rapidly):
IV. shoot <shot, shot> [ʃu:t] ΡΉΜΑ μεταβ
1. shoot (discharge weapon):
3. shoot (photograph):
ιδιωτισμοί:
I. high [haɪ] ΕΠΊΘ
1. high (elevated):
2. high (above average):
3. high ΙΑΤΡ:
4. high (important, eminent):
ιδιωτισμοί:
II. high [haɪ] ΕΠΊΡΡ
III. high [haɪ] ΟΥΣ
1. high (high(est) point/level/amount):
I. angle1 [ˈæŋ·gl] ΟΥΣ math
I. angle2 [ˈæŋ·gl] ΟΥΣ (perspective)
I. shoot [ʃut] ΟΥΣ
II. shoot <shot, shot> [ʃut] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. shoot (fire bullet):
4. shoot (move rapidly):
III. shoot <shot, shot> [ʃut] ΡΉΜΑ μεταβ
1. shoot (discharge weapon):
3. shoot photograph:
ιδιωτισμοί:
I. shot1 [ʃat] ΟΥΣ
8. shot οικ (try):
II. shot1 [ʃat] ΡΉΜΑ
shot μετ παρακειμ, παρελθ of shoot
I. shoot [ʃut] ΟΥΣ
II. shoot <shot, shot> [ʃut] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. shoot (fire bullet):
4. shoot (move rapidly):
III. shoot <shot, shot> [ʃut] ΡΉΜΑ μεταβ
1. shoot (discharge weapon):
3. shoot photograph:
ιδιωτισμοί:
| I | angle |
|---|---|
| you | angle |
| he/she/it | angles |
| we | angle |
| you | angle |
| they | angle |
| I | angled |
|---|---|
| you | angled |
| he/she/it | angled |
| we | angled |
| you | angled |
| they | angled |
| I | have | angled |
|---|---|---|
| you | have | angled |
| he/she/it | has | angled |
| we | have | angled |
| you | have | angled |
| they | have | angled |
| I | had | angled |
|---|---|---|
| you | had | angled |
| he/she/it | had | angled |
| we | had | angled |
| you | had | angled |
| they | had | angled |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Αναζήτηση στο λεξικό
- hierarchy
- hieroglyph
- hieroglyphic
- hieroglyphics
- hifalutin
- high-angle shot
- highball
- highball glass
- high beam
- high-born
- highboy