Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Flamande
puissant(e)

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. the mighty ΟΥΣ

the mighty + ρήμα πλ:

the mighty

II. mighty [βρετ ˈmʌɪti, αμερικ ˈmaɪdi] ΕΠΊΘ

1. mighty nation, leader, force:

mighty

2. mighty λογοτεχνικό river, peak, tree:

mighty
the mighty ocean

3. mighty (huge, terrific):

mighty οικ

III. mighty [βρετ ˈmʌɪti, αμερικ ˈmaɪdi] ΕΠΊΡΡ (emphatic)

mighty οικ, παρωχ
vachement οικ
mighty οικ, παρωχ

IV. mighty [βρετ ˈmʌɪti, αμερικ ˈmaɪdi]

how are the mighty fallen! λογοτεχνικό
the pen is mightier than the sword λογοτεχνικό
la plume est plus puissante que l'épée λογοτεχνικό
high and mighty
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
the powerful, the mighty

στο λεξικό PONS

I. mighty <-ier, -iest> ΕΠΊΘ

mighty

II. mighty ΕΠΊΡΡ αμερικ οικ

mighty
to be high and mighty μειωτ
στο λεξικό PONS

I. mighty <-ier, -iest> ΕΠΊΘ

mighty

II. mighty ΕΠΊΡΡ οικ

mighty
great [or mighty] oaks from little acorns grow παροιμ
to be high and mighty μειωτ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

to be high and mighty μειωτ

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

He was a mighty man of a stocky build, his arms were muscled in particular.
en.wikipedia.org
The still-preserved, mighty, four-sided keep was built in the second half of the 13th century, and has 3.5m ft thick walls.
en.wikipedia.org
Such mighty work can only be done by a great company of men of divers parts.
en.wikipedia.org
Happy throngs, singing songs with a mighty sounding.
en.wikipedia.org
But it was a mighty misuse of government power.
en.wikipedia.org