στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia
I. angle1 [βρετ ˈaŋɡ(ə)l, αμερικ ˈæŋɡəl] ΟΥΣ
1. angle ΜΑΘ:
2. angle (point of view):
3. angle (perspective, slant):
II. angle1 [βρετ ˈaŋɡ(ə)l, αμερικ ˈæŋɡəl] ΡΉΜΑ μεταβ
1. angle (tilt):
3. angle (slant) μτφ:
- angle programme
-
I. high [βρετ hʌɪ, αμερικ haɪ] ΕΠΊΘ
1. high (tall):
2. high (far from the ground):
3. high (numerically large):
4. high (great, intense):
5. high (important):
6. high (noble):
7. high (acute):
8. high (mature):
9. high οικ:
II. high [βρετ hʌɪ, αμερικ haɪ] ΕΠΊΡΡ
1. high (to a great height):
2. high (at a high level):
III. high [βρετ hʌɪ, αμερικ haɪ] ΟΥΣ
1. high (high level):
2. high (euphoric feeling) οικ:
I. angle2 [βρετ ˈaŋɡ(ə)l, αμερικ ˈæŋɡəl] ΟΥΣ
II. angle2 [βρετ ˈaŋɡ(ə)l, αμερικ ˈæŋɡəl] ΡΉΜΑ αμετάβ
I. shoot [βρετ ʃuːt, αμερικ ʃut] ΟΥΣ
II. shoot [βρετ ʃuːt, αμερικ ʃut] ΕΠΙΦΏΝ αμερικ οικ
III. shoot <παρελθ/μετ παρακειμ shot> [βρετ ʃuːt, αμερικ ʃut] ΡΉΜΑ μεταβ
1. shoot (fire):
2. shoot:
3. shoot (direct):
4. shoot (film):
- shoot subject
-
10. shoot (inject) οικ → shoot up
IV. shoot <παρελθ/μετ παρακειμ shot> [βρετ ʃuːt, αμερικ ʃut] ΡΉΜΑ αμετάβ
V. to shoot oneself ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα
VI. shoot [βρετ ʃuːt, αμερικ ʃut]
I. shoot up ΡΉΜΑ [ʃuːt -] (shoot up)
2. shoot up (grow rapidly):
shot1 [βρετ ʃɒt, αμερικ ʃɑt] ΟΥΣ
1. shot (from gun etc.):
2. shot ΑΘΛ:
4. shot ΚΙΝΗΜ:
5. shot (injection):
6. shot (attempt):
8. shot:
11. shot ΑΕΡΟ (of rocket etc.):
I. shot2 [βρετ ʃɒt, αμερικ ʃɑt] ΡΉΜΑ παρελθ, μετ παρακειμ
shot → shoot III, IV, V
II. shot2 [βρετ ʃɒt, αμερικ ʃɑt] ΕΠΊΘ
1. shot (streaked):
III. shot2 [βρετ ʃɒt, αμερικ ʃɑt]
στο λεξικό PONS
I. angle1 [ˈæŋ·gl] ΟΥΣ
1. angle a. ΜΑΘ:
2. angle (perspective):
I. high [haɪ] ΕΠΊΘ
1. high:
4. high (at peak, maximum):
II. high [haɪ] ΕΠΊΡΡ
I. shot1 [ʃɑ:t] ΟΥΣ
II. shot1 [ʃɑ:t] ΡΉΜΑ
shot μετ παρακειμ, παρελθ of shoot
I. shoot <shot, shot> [ʃu:t] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. shoot (fire weapon):
5. shoot (move rapidly):
II. shoot <shot, shot> [ʃu:t] ΡΉΜΑ μεταβ
4. shoot (direct):
III. shoot [ʃu:t] ΟΥΣ
I. shoot <shot, shot> [ʃu:t] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. shoot (fire weapon):
5. shoot (move rapidly):
II. shoot <shot, shot> [ʃu:t] ΡΉΜΑ μεταβ
4. shoot (direct):
III. shoot [ʃu:t] ΟΥΣ
| I | angle |
|---|---|
| you | angle |
| he/she/it | angles |
| we | angle |
| you | angle |
| they | angle |
| I | angled |
|---|---|
| you | angled |
| he/she/it | angled |
| we | angled |
| you | angled |
| they | angled |
| I | have | angled |
|---|---|---|
| you | have | angled |
| he/she/it | has | angled |
| we | have | angled |
| you | have | angled |
| they | have | angled |
| I | had | angled |
|---|---|---|
| you | had | angled |
| he/she/it | had | angled |
| we | had | angled |
| you | had | angled |
| they | had | angled |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Αναζήτηση στο λεξικό
- hierophant
- hifalutin
- hi-fi
- higgle
- higgledy-piggledy
- high-angle shot
- highball
- highball glass
- high beam
- high-born
- highboy