στο λεξικό PONS
b/f
b/f ΟΙΚΟΝ συντομογραφία: brought forward
b/f
b/f ΟΙΚΟΝ συντομογραφία: brought forward
F <pl -'s>, f <pl -'s [or -s]> [ef] ΟΥΣ
2. F ΜΟΥΣ:
3. F (school mark):
4. F ΧΡΗΜΑΤΟΠ:
A4 ΟΥΣ βρετ
A συντομογραφία: A level
A1 <pl -'s [or -s]> [eɪ] ΟΥΣ
1. A (hypothetical person, thing):
A <pl -s [or -'s]>, a <pl -'s [or -s]> [eɪ] ΟΥΣ
F ΕΠΊΘ after ουσ
F συντομογραφία: Fahrenheit
Fahr·en·heit [ˈfærənhaɪt, αμερικ also ˈfer-] ΟΥΣ
born [bɔ:n, αμερικ bɔ:rn] ΕΠΊΘ αμετάβλ
1. born (brought into life):
2. born (with natural ability):
I. bite [baɪt] ΟΥΣ
1. bite (using teeth):
2. bite μτφ (sharpness):
II. bite <bit, bitten> [baɪt] ΡΉΜΑ μεταβ
1. bite (cut with teeth):
3. bite (affect people):
ιδιωτισμοί:
III. bite <bit, bitten> [baɪt] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. bite (with teeth):
4. bite (affect adversely):
5. bite (reduce):
6. bite (attack):
bit3 [bɪt] ΟΥΣ
ιδιωτισμοί:
bit2 [bɪt] ΡΉΜΑ μεταβ, αμετάβ
bit παρελθ of bite
bit1 [bɪt] ΟΥΣ οικ
1. bit (piece):
3. bit (part):
4. bit (a little):
5. bit (rather):
6. bit:
7. bit (while):
8. bit (in negations):
9. bit pl βρετ:
10. bit (coin):
ιδιωτισμοί:
B/R
B/R συντομογραφία: bills receivable, συντομογραφία: bill
bills re·ˈceiv·able ΟΥΣ pl ΧΡΗΜΑΤΟΠ
I. bill1 [bɪl] ΟΥΣ
1. bill (invoice):
2. bill αμερικ (bank note):
3. bill ΧΡΗΜΑΤΟΠ:
4. bill (proposed law):
5. bill (placard):
6. bill (list of celebrities):
7. bill ΝΟΜ (written statement):
B1 <pl -'s [or -s]> [bi:] ΟΥΣ
A4 ΟΥΣ βρετ
A συντομογραφία: A level
A1 <pl -'s [or -s]> [eɪ] ΟΥΣ
1. A (hypothetical person, thing):
A <pl -s [or -'s]>, a <pl -'s [or -s]> [eɪ] ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
B/P ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
B ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
B/L ΟΥΣ handel
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.