Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Chicana
leasing [something]
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ver·pach·tung <-, -en> ΟΥΣ θηλ

1. Verpachtung kein πλ (das Verpachten):

die/eine Verpachtung [einer S. γεν [o. von etw δοτ]]
leasing [sth]

2. Verpachtung (Verpachtetes):

Verpachtung
Einkünfte aus Vermietung und Verpachtung (Steuer) ΧΡΗΜΑΤΟΠ
rental income ενικ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Verpachtung θηλ <-, -en>

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

rental income ενικ
die/eine Verpachtung [einer S. γεν [o. von etw δοτ]]
leasing [sth]

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Nach der Verpachtung der Münzstätten an das Berliner Konsortium Veitel Ephraim, Itzig & Co. verringerten die Pächter den Goldgehalt immer weiter.
de.wikipedia.org
Man versäumte es zwar, das Haus umfassend zu renovieren, hoffte aber trotzdem, aus der Verpachtung an diverse Theaterunternehmer Gewinn zu erzielen.
de.wikipedia.org
1991 erfolgte eine Verpachtung an ein Bauunternehmen, welches aus der kirchlichen Bauabteilung hervorgegangen ist.
de.wikipedia.org
Der Weiterverkauf oder eine Verpachtung des erworbenen Grundbesitzes ohne Zustimmung des Reichskommissars für die Festigung deutschen Volkstums wurde für fünf Jahre bei Vertragsstrafe ausgeschlossen.
de.wikipedia.org
Schon 1852 war außerdem die Verpachtung eines Restaurants ausgeschrieben, dessen Existenz im Jahr 1880 als gesichert gilt.
de.wikipedia.org