Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Helle(s)
Flutwelle

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

bore1 [bɔ:ʳ, αμερικ bɔ:r] ΟΥΣ

bore
Flutwelle θηλ <-, -n>
the Severn bore

bore2 [bɔ:ʳ, αμερικ bɔ:r] ΡΉΜΑ

bore παρελθ of bear

I. bear2 <bears, bore, borne [or αμερικ also born]> [beəʳ, αμερικ ber] ΡΉΜΑ μεταβ

1. bear (carry):

to bear sth
etw tragen
λογοτεχνικό he was borne backwards by a large wave
to bear arms τυπικ
to bear gifts τυπικ
to bear tidings απαρχ λογοτεχνικό

2. bear (display):

3. bear (be identified by):

to bear sb's name
jds Namen tragen [o. τυπικ führen]

4. bear (behave):

5. bear (support):

μτφ to bear the cost

6. bear (endure, shoulder):

to bear sth

7. bear (tolerate):

to not be able to bear sb/sth

8. bear (harbour resentments):

einen Groll gegen jdn hegen τυπικ

9. bear (possess):

gezeichnet sein τυπικ

10. bear (keep):

11. bear (give birth to):

12. bear ΓΕΩΡΓ, ΒΟΤ:

to bear fruit also μτφ
Früchte tragen a. μτφ
ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΟΙΚΟΝ to bear interest at 8%
ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΟΙΚΟΝ to bear interest at 8%

ιδιωτισμοί:

von etw δοτ Zeugnis ablegen
to bear false witness απαρχ

II. bear2 <bears, bore, borne [or αμερικ also born]> [beəʳ, αμερικ ber] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. bear (tend):

2. bear (be patient):

3. bear (press):

4. bear (approach):

to bear down on [or upon] sb/sth
auf jdn/etw zusteuern

5. bear (be relevant):

to bear on sth

6. bear (put pressure on):

Druck αρσ auf jdn/etw ausüben

I. bear1 [beəʳ, αμερικ ber] ΟΥΣ

1. bear (animal):

Bär αρσ <-en, -en>
Bärin θηλ <-, -nen>
to be like a bear with a sore head [or αμερικ like a real bear] μτφ οικ

2. bear ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ (sb calculatedly selling stocks):

Baissier αρσ <-s, -s>
Baissespekulant(in) αρσ (θηλ) <-en, -en; -, -nen>
Bär(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
Bear αρσ

ιδιωτισμοί:

II. bear1 <bears, beared, beared> [beəʳ, αμερικ ber] ΡΉΜΑ αμετάβ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

I. bore3 [bɔ:ʳ, αμερικ bɔ:r] ΟΥΣ

1. bore (thing):

bore
what a bore

2. bore (person):

bore
Langweiler(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
a crashing bore βρετ

II. bore3 [bɔ:ʳ, αμερικ bɔ:r] ΡΉΜΑ μεταβ

to bore sb [with sth]
jdn [mit etw δοτ] langweilen
to bore sb to death [or to tears] μτφ

I. bore4 [bɔ:ʳ, αμερικ bɔ:r] ΟΥΣ

1. bore ειδικ ορολ (of pipe):

bore

2. bore (calibre):

bore
Kaliber ουδ <-s, ->

3. bore (hole):

bore
Bohrloch ουδ <-(e)s, -löcher>

II. bore4 [bɔ:ʳ, αμερικ bɔ:r] ΡΉΜΑ μεταβ

to bore sth
etw bohren
to bore a hole in sth
ein Loch in etw αιτ bohren

III. bore4 [bɔ:ʳ, αμερικ bɔ:r] ΡΉΜΑ αμετάβ

to bore through [or into] sth

full ˈbore ΕΠΊΡΡ esp αμερικ

full bore

I. bear1 [beəʳ, αμερικ ber] ΟΥΣ

1. bear (animal):

Bär αρσ <-en, -en>
Bärin θηλ <-, -nen>
to be like a bear with a sore head [or αμερικ like a real bear] μτφ οικ

2. bear ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ (sb calculatedly selling stocks):

Baissier αρσ <-s, -s>
Baissespekulant(in) αρσ (θηλ) <-en, -en; -, -nen>
Bär(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
Bear αρσ

ιδιωτισμοί:

II. bear1 <bears, beared, beared> [beəʳ, αμερικ ber] ΡΉΜΑ αμετάβ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

I. bear2 <bears, bore, borne [or αμερικ also born]> [beəʳ, αμερικ ber] ΡΉΜΑ μεταβ

1. bear (carry):

to bear sth
etw tragen
λογοτεχνικό he was borne backwards by a large wave
to bear arms τυπικ
to bear gifts τυπικ
to bear tidings απαρχ λογοτεχνικό

2. bear (display):

3. bear (be identified by):

to bear sb's name
jds Namen tragen [o. τυπικ führen]

4. bear (behave):

5. bear (support):

μτφ to bear the cost

6. bear (endure, shoulder):

to bear sth

7. bear (tolerate):

to not be able to bear sb/sth

8. bear (harbour resentments):

einen Groll gegen jdn hegen τυπικ

9. bear (possess):

gezeichnet sein τυπικ

10. bear (keep):

11. bear (give birth to):

12. bear ΓΕΩΡΓ, ΒΟΤ:

to bear fruit also μτφ
Früchte tragen a. μτφ
ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΟΙΚΟΝ to bear interest at 8%
ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΟΙΚΟΝ to bear interest at 8%

ιδιωτισμοί:

von etw δοτ Zeugnis ablegen
to bear false witness απαρχ

II. bear2 <bears, bore, borne [or αμερικ also born]> [beəʳ, αμερικ ber] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. bear (tend):

2. bear (be patient):

3. bear (press):

4. bear (approach):

to bear down on [or upon] sb/sth
auf jdn/etw zusteuern

5. bear (be relevant):

to bear on sth

6. bear (put pressure on):

Druck αρσ auf jdn/etw ausüben

ˈbear mar·ket ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

Baisse θηλ <-, -n>
Καταχώριση OpenDict

bore-out ΟΥΣ

bore-out
Bore-out ουδ
bore-out
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
small-bore προσδιορ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

bear3 ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Bär αρσ
Bear αρσ
Baissier αρσ

bear spread ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Baisse-Spread αρσ

bear market ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Baisse θηλ
Bear-Market αρσ

bear sale ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

bear bond ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Bear-Bond αρσ

bear position ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

bear tranche ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Bear-Tranche θηλ

bull-and-bear bond ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

vertical bear spread ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

Great Bear Lake [ˌɡreɪtˈbeəˌleɪk] ΟΥΣ

Ορολογία μαγειρικής της Lingenio

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

bore ΥΠΟΔΟΜΉ

bore
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
bore

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

Present
Ibore
youbore
he/she/itbores
webore
youbore
theybore
Past
Ibored
youbored
he/she/itbored
webored
youbored
theybored
Present Perfect
Ihavebored
youhavebored
he/she/ithasbored
wehavebored
youhavebored
theyhavebored
Past Perfect
Ihadbored
youhadbored
he/she/ithadbored
wehadbored
youhadbored
theyhadbored

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

It was extremely undersquare, optimized for low-end torque, with a bore of and a stroke of.
en.wikipedia.org
The females bore and ruffle their wings and the males do complicated dances and make loud booming noises.
en.wikipedia.org
Often required is the use of an open bore magnet, which permits the operating staff better access to patients during the operation.
en.wikipedia.org
It is also a gimmicky, obvious and pious bore, not to mention overproduced and overlong.
en.wikipedia.org
In this the engine dimensions are 95 by 140 mm., the old bore-stroke ratio having penalised the car under many hill-climbing formulae.
en.wikipedia.org