Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Milo
Schinken

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. ham [hæm] ΟΥΣ

1. ham no pl (cured pork meat):

ham
Schinken αρσ <-s, ->
a slice of ham

2. ham ΑΝΑΤ:

ham of animal
[Hinter]keule θηλ
ham οικ of person

3. ham ΘΈΑΤ μειωτ αργκ:

ham (bad actor)
Schmierenkomödiant(in) αρσ (θηλ)
ham (bad acting)

4. ham οικ (non-professional radio operator):

ham
Amateurfunker(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
radio ham
Amateurfunker(in) αρσ (θηλ) <-s, ->

II. ham [hæm] ΟΥΣ modifier

1. ham (made with ham):

ham

2. ham (incompetently acting):

ham
ham actor
Schmierenkomödiant(in) αρσ (θηλ)

III. ham [hæm] ΡΉΜΑ μεταβ ΘΈΑΤ, ΚΙΝΗΜ

to ham it up
to ham it up

cured ham [ˌkjʊərdˈ-, αμερικ ˌkjʊrdˈ-] ΟΥΣ

cured ham

ˈra·dio ham ΟΥΣ

radio ham
Funkamateur(in) αρσ (θηλ) <-s, -e; -, -nen>

Par·ma ham [ˌpɑ:məˈhæm, αμερικ ˌpɑ:r-] ΟΥΣ no pl ΜΑΓΕΙΡ

Parma ham

ham-ˈfist·ed ΕΠΊΘ μειωτ

ham-fisted
ham-fisted action
plump μειωτ

ham-ˈhand·ed ΕΠΊΘ αμερικ μειωτ (ham-fisted)

ham-handed
ham-handed action
plump μειωτ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
ham
ham
shoulder ham no αόρ άρθ, no πλ

Ορολογία μαγειρικής της Lingenio

bear's ham
ham steak
Present
Iham
youham
he/she/ithams
weham
youham
theyham
Past
Ihammed
youhammed
he/she/ithammed
wehammed
youhammed
theyhammed
Present Perfect
Ihavehammed
youhavehammed
he/she/ithashammed
wehavehammed
youhavehammed
theyhavehammed
Past Perfect
Ihadhammed
youhadhammed
he/she/ithadhammed
wehadhammed
youhadhammed
theyhadhammed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A total of 40 ham operators were involved during the event in 2007.
en.wikipedia.org
Ham was to receive an additional $16,000 for office expenses and $2,700 in an extra allowance.
en.wikipedia.org
Preserved ham can be cooked (although there is no requirement), and usually requires washing in water to remove salt.
en.wikipedia.org