Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Sagrado
abgerechnet

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

billed amount [bɪldəˈmaʊnt] ΟΥΣ

billed amount

duck-billed ˈplaty·pus ΟΥΣ

duck-billed platypus
Schnabeltier ουδ <-(e)s, -e>

I. bill1 [bɪl] ΟΥΣ

1. bill (invoice):

Rechnung θηλ <-, -en>

2. bill αμερικ (bank note):

Geldschein αρσ <-(e)s, -e>
Banknote θηλ <-, -n>
Dollarnote θηλ

3. bill ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

Handelswechsel αρσ <-s, ->
Warenwechsel αρσ <-s, ->
Inlandswechsel αρσ <-s, ->
due bill ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Warenwechsel αρσ <-s, ->
Handelswechsel αρσ <-s, ->
Treasury [or αμερικ T]bill
to discount a bill αμερικ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

4. bill (proposed law):

Gesetzentwurf αρσ <-(e)s, -würfe>
Gesetzesvorlage θηλ <-, -n>
to table a bill βρετ
to table a bill αμερικ
to throw out a bill οικ

5. bill (placard):

Plakat ουδ <-(e)s, -e>
no bills [or αμερικpost no bills]

6. bill (list of celebrities):

7. bill ΝΟΜ (written statement):

Anklageschrift θηλ <-, -en>

ιδιωτισμοί:

II. bill1 [bɪl] ΡΉΜΑ μεταβ

1. bill (invoice):

to bill sb
to bill sb for sth
to bill sb for sth
jdm etw berechnen

2. bill usu passive (listed):

to be billed

I. bill2 [bɪl] ΟΥΣ

bill of bird:

Schnabel αρσ <-s, Schnä̱·bel>

II. bill2 [bɪl] ΡΉΜΑ αμετάβ

to bill and coo χιουμ

ˈagen·cy bill ΟΥΣ βρετ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

clean ˈbill ΟΥΣ αμερικ ΝΟΜ

ˈbill day ΟΥΣ

Abrechnungstag αρσ <-(e)s, -e>
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
total billed
duck-billed platypus
thick-billed murre

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

billed amount ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

billed amount

total billed ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

total billed

bill ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

Banknote θηλ
Schein αρσ

bill ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

bill ΟΥΣ handel

Rechnung θηλ

activity bill ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

truckway bill ΟΥΣ handel

truckway bill αμερικ
truckway bill αμερικ
Truckway Bill αρσ

airway bill ΟΥΣ handel

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
billed amount
total billed

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

bill of quantities βρετ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
bill of quantities βρετ
Present
Ibill
youbill
he/she/itbills
webill
youbill
theybill
Past
Ibilled
youbilled
he/she/itbilled
webilled
youbilled
theybilled
Present Perfect
Ihavebilled
youhavebilled
he/she/ithasbilled
wehavebilled
youhavebilled
theyhavebilled
Past Perfect
Ihadbilled
youhadbilled
he/she/ithadbilled
wehadbilled
youhadbilled
theyhadbilled

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Questions about the evidence for ivory-billed woodpecker persisted.
en.wikipedia.org
These measures were publicly billed as reforms rather than socioeconomic transformations.
en.wikipedia.org
The toucan barbet is larger than the prong-billed barbet and considerably heavier.
en.wikipedia.org
At present, it is billed as a slammer.
en.wikipedia.org
The red-billed pied tanager is 17 cm in length and weighs 34 g.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "billed" σε άλλες γλώσσες