Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Jh.
Tragfähigkeit Tragfähigkeit K

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Tragfähigkeit θηλ <->
Nutzlast θηλ <-, -en>
Belastbarkeit θηλ <-, -en>
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Förderleistung einer Transportanlage
στο λεξικό PONS

I. ca·pac·ity [kəˈpæsəti, αμερικ -ət̬i] ΟΥΣ

1. capacity:

Fassungsvermögen ουδ <-s> kein pl
Rauminhalt αρσ <-(e)s, -e>
Volumen ουδ <-s, - [o. Volumina]>

2. capacity no pl (ability):

Fähigkeit θηλ <-, -en>
Vermögen ουδ <-s> kein pl
Handlungsfähigkeit θηλ <-> kein pl

3. capacity no pl ΝΟΜ:

Rechtsfähigkeit θηλ <->

4. capacity no pl ΣΤΡΑΤ:

5. capacity (output):

6. capacity no pl (maximum output):

Kapazität θηλ <-, -en>

7. capacity:

Funktion θηλ <-, -en>
Stellung θηλ <-, -en>
Eigenschaft θηλ <-, -en>

8. capacity ΧΡΗΜΑΤΟΠ (solvency):

Kreditfähigkeit θηλ <-> kein pl

9. capacity (production):

Produktionskapazität θηλ <-, -en>
Kapazitätsauslastung θηλ <-> kein pl

II. ca·pac·ity [kəˈpæsəti, αμερικ -ət̬i] ΟΥΣ modifier

1. capacity (maximum):

capacity working ΟΙΚΟΝ

2. capacity ΘΈΑΤ, ΜΟΥΣ:

car·ry·ing [ˈkæriɪŋ, αμερικ ˈkeri-] ΟΥΣ ΕΜΠΌΡ

I. car·ry <-ie-> [ˈkæri, αμερικ ˈkeri] ΡΉΜΑ μεταβ

1. carry (bear):

to carry sb/sth
jdn/etw tragen
etw mit sich δοτ herumtragen

2. carry (move):

3. carry (transport):

to carry sb/sth

4. carry (sustain the weight of):

to carry sb/sth
jdn/etw tragen

5. carry (have with you):

etw bei sich δοτ haben [o. tragen]

6. carry (retain):

7. carry (have, incur):

to carry sth
etw haben
etw tragen
to carry sail ΝΑΥΣ

8. carry (contain):

to carry sth

9. carry ΜΟΥΣ:

10. carry (transmit):

to carry sth

11. carry ΙΑΤΡ:

to carry sth

12. carry (support, sustain):

to carry sth
etw tragen

13. carry (have a certain posture, conduct):

sich αιτ gut halten

14. carry (sell) shop:

to carry sth

15. carry (win):

16. carry usu passive (approve):

to carry sth
etw δοτ zustimmen

17. carry ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ:

to carry sth
über etw αιτ berichten οικ
to carry sth

18. carry (develop):

mit etw δοτ zu weit gehen
to carry sth to sth
etw zu etw δοτ führen

19. carry ΜΑΘ:

3, carry 1
3, behalte 1 [o. 1 im Sinn]

20. carry (be pregnant):

21. carry (submit):

22. carry ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

ιδιωτισμοί:

to have to carry the can βρετ οικ
to carry a torch for sb οικ
jdn anhimmeln οικ

II. car·ry <-ie-> [ˈkæri, αμερικ ˈkeri] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. carry (be audible):

2. carry (fly):

fliegen <flog, geflogen>

III. car·ry <-ie-> [ˈkæri, αμερικ ˈkeri] ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ

K <pl 's>, k <pl -'s [or -s]> [keɪ] ΟΥΣ

K ουδ <-(s), -(s)>
k ουδ
K for [or αμερικ as in] King

A5 ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

A ουδ <-(s), -(s)>

A4 ΟΥΣ βρετ

A συντομογραφία: A level

A3 ΟΥΣ

A συντομογραφία: answer

A2 ΟΥΣ

A συντομογραφία: ampere

A <-(s), -(s)>

A1 <pl -'s [or -s]> [eɪ] ΟΥΣ

1. A (hypothetical person, thing):

A <-(s), -(s)>

2. A (blood type):

A <-(s), -(s)>

3. A ΝΟΜ:

ιδιωτισμοί:

A <pl -s [or -'s]>, a <pl -'s [or -s]> [eɪ] ΟΥΣ

1. A (letter):

a ουδ <-(s), -(s)>
A ουδ <-(s), -(s)>
A for Andrew [or αμερικ as in Abel]

2. A ΜΟΥΣ:

A ουδ <-(s), -(s)>
a ουδ <-(s), -(s)>
As ουδ <-ses, -se>
as ουδ
Ais ουδ <-, ->
ais ουδ
A-Dur ουδ
a-Moll ουδ <->
A ουδ <-(s), -(s)>
a ουδ <-(s), -(s)>
A-Dur ουδ

3. A (school mark):

Eins θηλ
Einser αρσ A
Sechs θηλ CH
sehr gut
to be an A student αμερικ, αυστραλ
to get [an] A
to give sb an A

4. A ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

A share βρετ
Stammaktie θηλ

K1 <pl -> ΟΥΣ

K συντομογραφία: kilobyte

kilo·byte [ˈkɪlə(ʊ)baɪt, αμερικ -loʊ-] ΟΥΣ Η/Υ

Kilobyte ουδ

K2 <pl -> ΟΥΣ after ουσ

K συντομογραφία: kelvin

K <-(s), -(s)>

kel·vin [ˈkelvɪn] ΟΥΣ

Kelvin ουδ <-s>

K3 <pl -> ΟΥΣ βρετ, αυστραλ οικ

1000 Pfund
K αμερικ
1000 Dollar
£20K
20.000 Pfund
Καταχώριση OpenDict

carry ΟΥΣ

carry αμερικ
on-duty carry αμερικ
off-duty carry? Yes or no? αμερικ
Καταχώριση OpenDict

K ΟΥΣ

K (short for 'ketamine') αργκ Abk.
Ketamin ουδ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

capacity ΟΥΣ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ

Kapazität θηλ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

carrying capacity (K), point of stabilisation ΟΥΣ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

Ladekapazität ΕΜΠΟΡ ΜΕΤΑΦ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

capacity traffic flow, ΥΠΟΔΟΜΉ

Present
Icarry
youcarry
he/she/itcarries
wecarry
youcarry
theycarry
Past
Icarried
youcarried
he/she/itcarried
wecarried
youcarried
theycarried
Present Perfect
Ihavecarried
youhavecarried
he/she/ithascarried
wehavecarried
youhavecarried
theyhavecarried
Past Perfect
Ihadcarried
youhadcarried
he/she/ithadcarried
wehadcarried
youhadcarried
theyhadcarried

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος