στο λεξικό PONS
Inter·na·tion·al ˈStand·ards Or·gani·za·tion ΟΥΣ, ISO ΟΥΣ
isn't [ɪzənt]
isn't = is not, be
be <was/were, been> [bi:, bi] ΡΉΜΑ αμετάβ + ουσ/επίθ
1. be (describes):
2. be (composition):
3. be (opinion):
4. be (calculation):
6. be (location):
7. be in μετ παρακειμ (visit):
8. be (take place):
9. be (do):
10. be απαρχ λογοτεχνικό:
11. be (expresses possibility):
12. be (expresses ability):
13. be:
14. be (expresses future):
15. be (in conditionals):
16. be (impersonal use):
17. be (expresses imperatives):
18. be (expresses continuation):
19. be (expresses passive):
ιδιωτισμοί:
ISD [ˌaɪesˈdi:] ΟΥΣ
ISD συντομογραφία: international subscriber dialling
pri·ma don·na-ish [ˌpri:məˈdɒnəɪʃ, αμερικ -ˈdɑ:n-] ΕΠΊΘ μειωτ οικ
-
- primadonnenhaft μειωτ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
ISA ΟΥΣ
ISA συντομογραφία: Individual Savings Account ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Individual Savings Account ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
ISMA ΟΥΣ
ISMA συντομογραφία: International Securities Market Association ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ
International Securities Market Association ΟΥΣ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ
ISA ΟΥΣ
ISA συντομογραφία: Intelligent Software Agents E-COMM
Intelligent Software Agents ΟΥΣ E-COMM
ISP ΟΥΣ
ISP συντομογραφία: Internet Service Provider E-COMM
-
- ISP αρσ
ISAM ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
ISP 98 ΟΥΣ
ISP 98 συντομογραφία: International Standby Practices 98 ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ
-
- ISP 98 πλ
International Standby Practices ΟΥΣ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ
ISA ΟΥΣ
ISA συντομογραφία: International Standards on Auditing ΛΟΓΙΣΤ
International Standards on Auditing ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
ISIN ΟΥΣ
ISIN συντομογραφία: International Standard Identification Number ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
International Standard Identification Number ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
ISO supervision audit ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
IS-LM model ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
use of fertiliser
use a contraceptive
base level ΟΥΣ
rise in sea level ΟΥΣ
fish population, fish stock ΟΥΣ
system of land use ΟΥΣ
land use pattern ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
commercial use
- commercial use of sth
-
special case ΟΥΣ
BSE (bovine spongiforme encephalopathy) [ˌbəʊvaɪnˌspʌndʒɪfɔːmˌenkefəˈlɒpəθi] ΟΥΣ
fuse [fjuːz] ΡΉΜΑ
nitrogenous base adenine [naɪˈtrɒdʒɪnəsˌbeɪsˈædəˌnɪn] ΟΥΣ
rose family, rosaceae [rəʊˌzeɪsiːˌiː]
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
extreme case ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ
borderline case
mixed use ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ
wheelbase, wheel base ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ
implementation case ΥΠΟΔΟΜΉ, ΠΡΟΤΥΠΟΠ, ΑΞΙΟΛΌΓ
nose-to-tail traffic ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ
Ορολογία μηχατρονικής της Klett
long nose ˈpli·ers ΟΥΣ πλ
-
- Spitzzange θηλ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.