στο λεξικό PONS
I. nor·mal [ˈnɔ:məl, αμερικ ˈnɔ:rm-] ΕΠΊΘ
1. normal (ordinary):
2. normal (usual):
3. normal (fit):
II. nor·mal [ˈnɔ:məl, αμερικ ˈnɔ:rm-] ΟΥΣ
1. normal no pl:
2. normal ΜΑΘ:
for·mal ˈdocu·ments ΟΥΣ πλ ΟΙΚΟΝ, ΧΡΗΜΑΤΟΠ
normal hill ΟΥΣ ΣΚΙ
1. normal hill (discipline):
2. normal hill (venue):
for·mal [ˈfɔ:məl, αμερικ ˈfɔ:r-] ΕΠΊΘ
1. formal (ceremonious):
2. formal (serious):
3. formal (official):
4. formal (laid out):
nor·mal ˈvari·able ΟΥΣ ΜΑΘ
nor·mal dis·tri·ˈbu·tion ΟΥΣ ΦΥΣ ΕΠΙΣΤ
conjunctive normal form, CNF ΟΥΣ
normal form ΟΥΣ
-
- Normalform θηλ
disjunctive normal form, DNF ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
normal investment ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
normal time ΟΥΣ CTRL
-
- Normalzeit θηλ
normal distribution curve ΟΥΣ CTRL
normal market ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
customer format ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
pro-forma information ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
formal component
thermal pollution
informal sector
Norman castle
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
bryozoan [ˌbraɪəˈzəʊən], moss animals ΟΥΣ
normal distribution
abnormal development ΟΥΣ
thermal radiation ΟΥΣ
thermal stratification ΟΥΣ
thermal energy ΟΥΣ
thermal cycling steps [ˈθɜːmlˌsaɪklɪŋsteps] ΟΥΣ
-
- Verdopplungszyklus (Prozess des schrittweisen Erhitzens und Abkühlens)
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
normal route
Ορολογία μηχατρονικής της Klett
thermal proˈtection ΟΥΣ ΤΕΧΝΟΛ
ther·mal ˈman·age·ment ΟΥΣ no pl ΤΕΧΝΟΛ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.