Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Nutztieren
dormant

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

ru·hen [ˈru:ən] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. ruhen τυπικ (ausruhen):

[ich] wünsche, wohl geruht zu haben! τυπικ

2. ruhen τυπικ (sich stützen):

auf etw δοτ ruhen
to rest on sth

3. ruhen τυπικ (verweilen):

auf jdm/etw ruhen
to rest on sb/sth
to let sth rest

4. ruhen (haften):

auf jdm/etw ruhen
to be on sth

5. ruhen (eingestellt sein):

6. ruhen τυπικ (begraben sein):

hier ruht [in Gott] ...“
here lies ...”

Ver·kehr <-[e]s> [fɛɐ̯ˈke:ɐ̯] ΟΥΣ αρσ kein πλ

1. Verkehr (Straßenverkehr):

traffic no πλ, no αόρ άρθ
ruhender Verkehr τυπικ

2. Verkehr (Transport):

transport no πλ, no αόρ άρθ

3. Verkehr (Umgang):

jdn aus dem Verkehr ziehen οικ
jdn aus dem Verkehr ziehen οικ

4. Verkehr (Handel):

5. Verkehr ευφημ τυπικ (Geschlechtsverkehr):

Verkehr [mit jdm] haben ευφημ τυπικ

I. sanft [zanft] ΕΠΊΘ

1. sanft (sacht):

2. sanft (gedämpft):

soft [or subdued] lighting/colours [or αμερικ -ors]

3. sanft (leicht):

4. sanft (schwach):

5. sanft (zurückhaltend):

II. sanft [zanft] ΕΠΊΡΡ

sanft entschlafen ευφημ τυπικ
to pass away peacefully ευφημ
R[.]I[.]P[.]

Frie·den <-s, -> [ˈfri:dn̩] ΟΥΣ αρσ

1. Frieden (Gegenteil von Krieg):

2. Frieden (Friedensschluss):

der Westfälische Frieden ΙΣΤΟΡΊΑ

3. Frieden (Harmonie):

seinen Frieden mit jdm machen τυπικ

4. Frieden (Ruhe):

requiescat in pace τυπικ
I smell a rat οικ

Ru·hen [ˈru:ən] ΟΥΣ ουδ ΝΟΜ

der ruhende Pol
bewegliche/ruhende Last
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
to make sth dormant ΧΡΗΜΑΤΟΠ
to lie dormant seeds
ruhen ευφημ
to rest on sth
auf etw δοτ ruhen
to rest on [or with] sb
auf jdm ruhen τυπικ
to rest [up]on sb/sth gaze
auf jdm/etw ruhen

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

ruhende Schuld phrase ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

ruhende Schuld

zum Ruhen bringen phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
ruhende Schuld θηλ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

ruhend ΥΠΟΔΟΜΉ

Präsens
ichruhe
duruhst
er/sie/esruht
wirruhen
ihrruht
sieruhen
Präteritum
ichruhte
duruhtest
er/sie/esruhte
wirruhten
ihrruhtet
sieruhten
Perfekt
ichhabegeruht
duhastgeruht
er/sie/eshatgeruht
wirhabengeruht
ihrhabtgeruht
siehabengeruht
Plusquamperfekt
ichhattegeruht
duhattestgeruht
er/sie/eshattegeruht
wirhattengeruht
ihrhattetgeruht
siehattengeruht

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος