Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Rye
social

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. so·zi·al [zoˈtsi̯a:l] ΕΠΊΘ

1. sozial (gesellschaftlich):

soziales Gefüge ΠΟΛΙΤ

2. sozial (für Hilfsbedürftige gedacht):

social security προσδιορ
by social security κατηγορ

3. sozial (gesellschaftlich verantwortlich):

II. so·zi·al [zoˈtsi̯a:l] ΕΠΊΡΡ

Woh·nungs·bau <-(e)s, ohne pl> ΟΥΣ αρσ kein πλ

sozialer Wohnungsbau

Jahr <-[e]s, -e> [ja:ɐ̯] ΟΥΣ ουδ

1. Jahr (Zeitraum von 12 Monaten):

the twenties/thirties etc. + ενικ/πλ ρήμα
Jahr für [o. um] Jahr
im Jahre ...
in [the year] ...
... im [o. pro] Jahr
... a year
at ... [years of age]
vor [...] Jahren
[...] years ago

2. Jahr (Lebensjahre):

... [years old]
... Jahre jung sein χιουμ
... years young χιουμ

ιδιωτισμοί:

im Jahre des Heils απαρχ
in the year of grace απαρχ
in die Jahre kommen ευφημ οικ
nach/seit Jahr und Tag τυπικ

Frie·de <-ns, -n> [ˈfri:də] ΟΥΣ αρσ παρωχ

peace be with [or απαρχ unto] you!

ιδιωτισμοί:

Friede, Freude, Eierkuchen χιουμ
and everybody was happy χιουμ
Καταχώριση OpenDict

sozial ΕΠΊΡΡ

sozialer Wohnungsbau
ein [sozialer] Aufsteiger
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
sozialer Wohnungsbau
sozialer Aufstieg
sozialer Wohnungsbau

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

sozialer Status

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

sozialer Kontakt

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

sozial ΕΠΊΘ

sozialer Brennpunkt
sozialer Wohnungsbau

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Er hat ein Ordnungssystem geschaffen, das allen Bemühungen sozialer Organisationen um Qualität zu Grunde liegen müsste, selbst der Gesetzgeber fordert den Nachweis dieser drei Qualitätskriterien.
de.wikipedia.org
Das Training sozialer Kompetenzen bezeichnet verschiedene Verfahren der Verhaltenstherapie, welche es ermöglichen sollen, z. B. durch standardisierte Trainingsmethoden die sozialen, also zwischenmenschlichen Fähigkeiten, zu erhöhen.
de.wikipedia.org
Attraktive Personen werden also als kompetenter, sozialer, intelligenter und gesünder eingeschätzt.
de.wikipedia.org
Er ist ein sehr sozialer Hund, der sich in der Nähe von Menschen sehr wohlfühlt und diese Nähe sucht.
de.wikipedia.org
Typisch sind extremes Streben nach Beachtung, übertriebene Emotionalität und eine Inszenierung sozialer Interaktion.
de.wikipedia.org