Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

païens
secondary market

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
zweiter Ordnung nach ουσ
στο λεξικό PONS

Ord·nung <-, -en> [ˈɔrdnʊŋ] ΟΥΣ θηλ

1. Ordnung kein πλ (das Sortieren):

die Ordnung von etw δοτ

2. Ordnung kein πλ (geordneter, ordentlicher Zustand):

order no άρθ, no πλ
Ordnung in etw αιτ bringen
to tidy [or clear] sth up χωριζ
to sort sth out χωριζ οικ
to fix sth
to sort sth out χωριζ
[jdm] etw in Ordnung halten
to keep sth in order [for sb]
[jdm] etw in Ordnung halten Wohnung etc.
to keep sth tidy [for sb]
to tidy things up χωριζ
to sort things out χωριζ

3. Ordnung kein πλ (Disziplin):

order no άρθ, no πλ
Ordnung halten Lehrer

4. Ordnung kein πλ (Routine):

order no άρθ, no πλ

5. Ordnung kein πλ (System von Normen):

rules πλ

6. Ordnung ΒΙΟΛ, ΧΗΜ:

7. Ordnung kein πλ ΜΕΤΑΦΟΡΈς:

8. Ordnung kein πλ ΜΑΘ:

ιδιωτισμοί:

that's all right [or οικ OK]
that'll be OK οικ
Ordnung ist das halbe Leben παροιμ
all right! [or OK!] οικ
etw ist mit jdm/etw nicht in Ordnung
there's sth wrong with sb/sth
to turn out all right [or οικ OK]
in Ordnung sein οικ
to be all right [or οικ OK]
that's all right [or οικ OK] !
Anne's all right [or οικ OK]

Ru·he <-> [ˈru:ə] ΟΥΣ θηλ kein πλ

1. Ruhe (Stille):

quiet no άρθ, no πλ
silence no άρθ, no πλ

2. Ruhe (Ungestörtheit):

peace no άρθ, no πλ
jdn [mit etw δοτ] in Ruhe lassen
to leave sb in peace [with sth]
law and order + ενικ ρήμα

3. Ruhe (Erholung):

angenehme Ruhe! τυπικ
sich αιτ zur Ruhe begeben τυπικ
to retire [to bed] τυπικ

4. Ruhe (Gelassenheit):

calm[ness] no πλ
to keep calm [or οικ one's cool]
to disconcert [or βρετ οικ wind up χωριζ] sb
immer mit der Ruhe! οικ
immer mit der Ruhe! οικ
die Ruhe weg haben οικ

5. Ruhe (Stillstand):

ιδιωτισμοί:

Ruhe ist die erste Bürgerpflicht παροιμ απαρχ
die ewige Ruhe τυπικ
jdn zur letzten Ruhe betten τυπικ
die letzte Ruhe finden τυπικ

Markt <-[e]s, Märkte> [markt, πλ ˈmɛrktə] ΟΥΣ αρσ

1. Markt (Wochenmarkt):

2. Markt (Marktplatz):

3. Markt ΟΙΚΟΝ, ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

der Markt für etw αιτ
der Markt für etw αιτ
the grey [or αμερικ gray] market
auf dem [o. am] Markt

zwei·te, zwei·ter, zwei·tes [ˈtsvaitə, ˈtsvaitɐ, ˈtsvaitəs] ΕΠΊΘ

1. zweite (nach dem ersten kommend):

die zweite Klasse [o. οικ die Zweite]
primary two βρετ
die zweite Klasse [o. οικ die Zweite]
second form βρετ
die zweite Klasse [o. οικ die Zweite]
second grade αμερικ

2. zweite (Datum):

second [or 2nd]

ιδιωτισμοί:

ach·te, ach·ter, ach·tes [ˈaxtə, -tɐ, -təs] ΕΠΊΘ

1. achte (nach dem siebten kommend):

eighth grade αμερικ

2. achte (Datum):

Καταχώριση OpenDict

Markt ΟΥΣ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

Markt zweiter Ordnung phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.