Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Rollrädchen
open

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. of·fen [ˈɔfn̩] ΕΠΊΘ

1. offen αμετάβλ (geöffnet):

offen Hosenschlitz a.
undone κατηγορ
offen Gefäß, Umschlag
offen Schranke
up κατηγορ
offen Bein
to keep one's eyes open [or peeled] [or βρετ also skinned]
mit offenen Augen a. μτφ
with one's eyes open a. μτφ
am Hals offen sein [o. stehen] Hemd

2. offen αμετάβλ (unverschlossen):

offen Tür, Fenster a.
offen Umschlag
offen haben [o. sein] Geschäft
jdm offen sein μτφ

3. offen αμετάβλ (unbedeckt):

offener Pferdewagen
offener Pferdewagen
bes. αμερικ also buckboard

4. offen:

offener Ausblick
offener Ausblick (klar)
auf offener Strecke
auf offener Strecke Zug

5. offen αμετάβλ (freigegeben):

die Jagd [auf Niederwild] ist offen ΚΥΝΉΓΙ

6. offen αμετάβλ (uneingeengt):

offen Wettbewerb

7. offen (unzusammenhängend):

detached building development ειδικ ορολ

8. offen αμετάβλ (nicht in Flaschen):

offener Wein (Dienst)
offener Wein (Getränk)

9. offen αμετάβλ ιδιωμ (lose):

10. offen:

offen Problem
offen Problem
offen Frage
offen Frage
ein offener Punkt

11. offen αμετάβλ (unbezahlt):

offen Zahlung
offen Rechnung a.
offen Rechnung a.
offener Posten
offener Posten

12. offen αμετάβλ (unbesetzt):

offen Formularfeld

13. offen (ehrlich):

offen Blick, Meinung
offen Blick, Meinung
offen Person, Gespräch a.
offen Geständnis, Art a.
offen Gesicht
offen [zu jdm] sein
to be open [or frank] [or honest] [with sb]

14. offen (deutlich):

15. offen (öffentlich):

offene Gesellschaft ΟΙΚΟΝ
auf offener Straße

16. offen ΑΘΛ (deckungsschwach):

17. offen ΓΛΩΣΣ:

offen Vokal, Silbe

18. offen ΤΥΠΟΓΡ (Falz):

offener Kopf

ιδιωτισμοί:

offen für etw αιτ [o. gegenüber etw δοτ] sein
to be open [or receptive] to sth

II. of·fen [ˈɔfn̩] ΕΠΊΡΡ

1. offen (ehrlich):

2. offen (deutlich):

3. offen (öffentlich):

4. offen ΑΘΛ (deckungsschwach):

5. offen ΓΛΩΣΣ:

Καταχώριση OpenDict

offen ΕΠΊΘ

offener Posten ΧΡΗΜΑΤΟΠ
offener Güterwagen
open wagon [or βρετ a. waggon]
offener Güterwagen
gondola [car] αμερικ
ein offener Zweisitzer
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
offener Brief
open market ΧΡΗΜΑΤΟΠ
offener Markt
[offener] Investmentfonds αρσ
offener Bruch ειδικ ορολ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

offener Fonds phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

offener Immobilienfonds phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

offener Investmentfonds phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Bundesamt zur Regelung offener Vermögensfragen ΟΥΣ ουδ ΚΡΆΤΟς

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
offener (Investment)Fonds αρσ
offener Immobilienfonds αρσ
offener Investmentfonds αρσ
(offener) Investmentfonds αρσ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

offener Fermenter (z.B. Gärbottich)

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

offener Motorverdichter

offener Verdichter

offener Verdichter

zweistufiger offener Verdichter

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Es liegt in einem flachen, südwärts ziehenden Muldentalabschnitt vor dem langen südwestlichen Kerbtallauf des Baches überwiegend in offener Flur.
de.wikipedia.org
Im darauf folgenden Jahr kam es auf offener See zu einem Maschinenschaden.
de.wikipedia.org
In silber ein schwarzer offener Flug, der sich als Helmkleinod wiederholt.
de.wikipedia.org
Angestrebt wird ein offener Dialog mit anderen humanistischen und wissenschaftlichen Strömungen, etwa dem Existentialismus und dem klassischen Institutionalismus.
de.wikipedia.org
Ein mit einem Deckel verschlossener Kochtopf benötigt deutlich weniger Energie als ein offener Topf, um die gleiche Temperatur zu halten.
de.wikipedia.org