Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
I. plein (pleine) [plɛ̃, plɛn] ΕΠΊΘ
1. plein (rempli):
2. plein (indiquant une quantité maximale):
3. plein (non creux):
4. plein (total):
5. plein (entier):
6. plein (milieu):
7. plein ΖΩΟΛ:
II. plein (pleine) [plɛ̃, plɛn] ΕΠΊΡΡ
III. plein ΟΥΣ αρσ
1. plein (de réservoir):
IV. plein de ΠΡΟΣΔΙΟΡ
V. à plein ΕΠΊΡΡ
VI. en plein ΕΠΊΡΡ
IX. plein (pleine) [plɛ̃, plɛn]
I. charge [ʃaʀʒ] ΟΥΣ θηλ
1. charge κυριολ, μτφ:
3. charge (responsabilité):
4. charge ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ (fonction):
5. charge (preuve):
6. charge ΣΤΡΑΤ:
7. charge:
8. charge (contenu):
II. charges ΟΥΣ θηλ πλ
III. charge [ʃaʀʒ]
I. revanche [ʀ(ə)vɑ̃ʃ] ΟΥΣ θηλ
I. chargé (chargée) [ʃaʀʒe] ΡΉΜΑ μετ παρακειμ
chargé → charger
II. chargé (chargée) [ʃaʀʒe] ΕΠΊΘ
chargé particule:
III. chargé (chargée) [ʃaʀʒe] ΕΠΊΘ
1. chargé (gén):
2. chargé lettre, colis:
- chargé (chargée)
-
IV. chargé (chargée) [ʃaʀʒe]
I. charger [ʃaʀʒe] ΡΉΜΑ μεταβ
1. charger (gén):
5. charger (outrer):
6. charger (confier une mission à):
III. se charger ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα
1. se charger (s'occuper):
2. se charger (prendre des bagages):
I. charger [ʃaʀʒe] ΡΉΜΑ μεταβ
1. charger (gén):
5. charger (outrer):
6. charger (confier une mission à):
III. se charger ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα
1. se charger (s'occuper):
2. se charger (prendre des bagages):
στο λεξικό PONS
plein(e) [plɛ̃, plɛn] ΕΠΊΘ
1. plein (rempli):
3. plein (sans réserve):
4. plein (au maximum de):
5. plein (au plus fort de):
6. plein (au milieu de):
7. plein (sans vide):
8. plein antéposé (total):
I. plein [plɛ̃] ΕΠΊΡΡ
2. plein (exactement):
3. plein (au maximum):
charge [ʃaʀʒ] ΟΥΣ θηλ
1. charge (fardeau):
2. charge (responsabilité):
I. chargé(e) [ʃaʀʒe] ΕΠΊΘ
1. chargé (qui porte une charge):
4. chargé (garni):
6. chargé ΙΑΤΡ:
I. charger [ʃaʀʒe] ΡΉΜΑ μεταβ
1. charger (faire porter une charge):
2. charger (attribuer une mission à):
5. charger ΤΕΧΝΟΛ:
plein(e) [plɛ͂, plɛn] ΕΠΊΘ
1. plein (rempli):
3. plein (sans réserve):
4. plein (au maximum de):
5. plein (au plus fort de):
6. plein (au milieu de):
7. plein (sans vide):
8. plein antéposé (total):
I. plein [plɛ͂] ΕΠΊΡΡ
2. plein (exactement):
3. plein (au maximum):
I. chargé(e) [ʃaʀʒe] ΕΠΊΘ
1. chargé (qui porte une charge):
6. chargé ΙΑΤΡ:
II. chargé(e) [ʃaʀʒe] ΟΥΣ αρσ(θηλ)
I. charger [ʃaʀʒe] ΡΉΜΑ μεταβ
1. charger (faire porter une charge):
2. charger (attribuer une mission à):
charge [ʃaʀʒ] ΟΥΣ θηλ
1. charge (fardeau):
2. charge (responsabilité):
Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA
| je | charge |
|---|---|
| tu | charges |
| il/elle/on | charge |
| nous | chargeons |
| vous | chargez |
| ils/elles | chargent |
| je | chargeais |
|---|---|
| tu | chargeais |
| il/elle/on | chargeait |
| nous | chargions |
| vous | chargiez |
| ils/elles | chargeaient |
| je | chargeai |
|---|---|
| tu | chargeas |
| il/elle/on | chargea |
| nous | chargeâmes |
| vous | chargeâtes |
| ils/elles | chargèrent |
| je | chargerai |
|---|---|
| tu | chargeras |
| il/elle/on | chargera |
| nous | chargerons |
| vous | chargerez |
| ils/elles | chargeront |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.