Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
I. volonté [vɔlɔ̃te] ΟΥΣ θηλ
1. volonté (disposition):
2. volonté (trait de caractère):
II. à volonté ΕΠΊΡΡ
quatre <πλ quatre> [katʀ] ΕΠΊΘ αμετάβλ ΑΝΤΩΝ ΟΥΣ αρσ
II. feu2 <πλ feux> [fø] ΟΥΣ αρσ
1. feu (combustion, incendie):
2. feu (lumière):
3. feu (éclat):
4. feu (signal, indicateur):
5. feu (à un carrefour):
6. feu ΜΑΓΕΙΡ:
8. feu (sensation de brûlure):
9. feu (enthousiasme):
10. feu (tir):
11. feu (combat):
III. feu2 <πλ feux> [fø]
IV. feu2 <πλ feux> [fø]
feu → main
I. dern|ier (dernière) [dɛʀnje, ɛʀ] ΕΠΊΘ
1. dernier (qui termine une série):
2. dernier (précédent):
3. dernier (le plus récent):
4. dernier (extrême):
II. dern|ier (dernière) [dɛʀnje, ɛʀ] ΟΥΣ αρσ θηλ (θηλ)
1. dernier (qui est à la fin):
III. en dernier ΕΠΊΡΡ
IV. dernière ΟΥΣ θηλ
V. dern|ier (dernière) [dɛʀnje, ɛʀ]
- irréductible opposition, volonté
-
-
- volonté θηλ (to do de faire)
-
- bonne volonté θηλ
-
- volonté θηλ inébranlable
-
- volonté θηλ
-
- mauvaise volonté θηλ
στο λεξικό PONS
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.