Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

zusammengeschnürt
réfugiés

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

refugee [βρετ rɛfjʊˈdʒiː, αμερικ ˌrɛfjʊˈdʒi] ΟΥΣ

réfugié/-e αρσ/θηλ (from de)
refugee προσδιορ camp
refugee status

political refugee ΟΥΣ

réfugié/-e αρσ/θηλ politique
airlift of refugees
resettle refugee, worker, immigrant
to feed and clothe family, refugees
bona fide member, refugee
screen out refugee
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
réfugié (réfugiée)

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

refugee [ˌrefjʊˈdʒi:] ΟΥΣ

réfugié(e) αρσ (θηλ)

refugee camp ΟΥΣ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
to take in refugees
to provide refugees with sth
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

refugee [ˌref·jʊˈdʒi] ΟΥΣ

réfugié(e) αρσ (θηλ)

refugee camp ΟΥΣ

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
to take in refugees
to provide refugees with sth

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A deadly exchange of medium-range rockets became the principal form of combat, embittering the urban population, and adding to the obstacles that prevented millions of refugees from returning.
en.wikipedia.org
The hutted camps mentioned in the report as military targets were also not military but were camps for refugees.
en.wikipedia.org
The evacuated huts are either demolished, destroyed or occupied by some other refugees within the camp.
en.wikipedia.org
He also added them to be partly descended from Trojan refugees.
en.wikipedia.org
The scheme would involve EU member states deciding together each year which refugees should be given priority.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "refugees" σε άλλες γλώσσες