Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

larea
inerte

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

inert [βρετ ɪˈnəːt, αμερικ ɪˈnərt] ΕΠΊΘ

inert (gen) ΧΗΜ, ΦΥΣ
inert ΦΑΡΜ

inert gas ΟΥΣ U

inert gas
gaz αρσ rare
inert matter
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
inerte corps, membre, personne
inert
inerte ΦΥΣ, ΧΗΜ
inert
charge inerte ΣΤΡΑΤ
inert filling

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

inert [ɪˈnɜ:t, αμερικ -ˈnɜ:rt] ΕΠΊΘ a. μτφ, μειωτ

inert
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
inert
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

inert ·ˈnɜrt] ΕΠΊΘ a. μτφ, μειωτ

inert
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
inert

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

inert gas

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Most perchlorate compounds, especially salts of electropositive metals such as sodium perchlorate or potassium perchlorate, are inert and are slow to react with organic compounds.
en.wikipedia.org
The treasure chest is made of inert natural material that will not harm the environment that it is buried in.
en.wikipedia.org
There are many inert gases included with the oxygen that do not take part in the reaction.
en.wikipedia.org
Ironically then, the protagonist is most active when inert, and his life acquires meaning at its end.
en.wikipedia.org
This is usually achieved by a stream of air or inert gas.
en.wikipedia.org