Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lavviso
Arbeitsbeschaffungsmaßnahme

στο λεξικό PONS

ˈjob crea·tion meas·ure ΟΥΣ ΠΟΛΙΤ

στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Arbeitsbeschaffung θηλ <-> kein pl
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

crea·tion [kriˈeɪʃən] ΟΥΣ

1. creation no pl:

[Er]schaffung θηλ
Gründung θηλ <-, -en>
Geldschöpfung θηλ <-, -en>
Vermögensbildung θηλ <-, -en>

2. creation ΜΌΔΑ:

Produkt ουδ <-(e)s, -e>
Erzeugnis ουδ <-es, -e>
Kreation θηλ <-, -en>
Werk ουδ <-(e)s, -e>

3. creation no pl ΘΡΗΣΚ:

4. creation no pl (the world):

I. meas·ure [ˈmeʒəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ

1. measure (unit):

Maß ουδ <-es, -e>
Maßeinheit θηλ <-, -en>
ein Hohlmaß ουδ

2. measure μτφ (degree):

Maß ουδ <-es, -e>
Grad αρσ <-(e)s, -e>

3. measure:

Messgerät ουδ <-(e)s, -e>
Messstab αρσ <-(e)s, -Stäbe>
Messbecher αρσ <-s, ->
Messglas ουδ

4. measure (indicator):

Maßstab αρσ

5. measure usu pl (action) also ΝΟΜ:

Maßnahme θηλ <-, -n>
Handlungsbedarf αρσ <-(e)s> kein pl

6. measure ΠΟΛΙΤ (bill):

Bestimmung θηλ <-, -en>
Verfügung θηλ <-, -en>

7. measure ΛΟΓΟΤ (metre):

Versmaß ουδ <-es, -e>
Metrum ουδ <-s, -tren>

8. measure αμερικ ΜΟΥΣ (bar):

Takt αρσ <-(e)s, -e>

9. measure ΤΥΠΟΓΡ:

Satzbreite θηλ <-, -n>

ιδιωτισμοί:

to get [or take] the measure of sb/sth (assess)
jdn/etw verstehen

II. meas·ure [ˈmeʒəʳ, αμερικ -ɚ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. measure (find out size):

etw [ab]messen

2. measure (be certain size/quantity):

ιδιωτισμοί:

auf die Schnauze [o. A, CH a. aufs Maul] fallen αργκ

III. meas·ure [ˈmeʒəʳ, αμερικ -ɚ] ΡΉΜΑ αμετάβ

messen <misst, maß, gemessen>

I. job [ʤɒb, αμερικ ʤɑ:b] ΟΥΣ

1. job (employment):

Stelle θηλ <-, -n>
CH, A a. Anstellung θηλ
Job αρσ <-s, -s> οικ
to apply for a job [with sb/sth]
sich αιτ um eine Stelle [bei jdm/etw] bewerben
to get a job as sth
eine Stelle [o. CH, A a. Anstellung] als etw bekommen

2. job:

Arbeit θηλ <-, -en>
Aufgabe θηλ <-, -n>
Brustvergrößerung θηλ <-, -en>
to have a breast job οικ
nose job οικ
Nasenkorrektur θηλ <-, -en>
to have a nose job οικ
sich δοτ die Nase operieren [o. οικ machen] lassen

3. job οικ (object):

Ding ουδ <-(e)s, -er-(e)s, -e> οικ

4. job αργκ (crime):

Ding ουδ <-(e)s, -er-(e)s, -e> οικ
to do [or pull] a job
ein Ding drehen οικ

5. job no pl (duty):

Aufgabe θηλ <-, -n>

6. job no pl (problem):

it is [quite] a job doing [or to do] sth

7. job ΕΜΠΌΡ (order):

Auftrag αρσ <-(e)s, -trä·ge>

8. job Η/Υ:

Job αρσ <-s, -s> ειδικ ορολ

ιδιωτισμοί:

job for the boys βρετ μειωτ οικ
to do a big/little job παιδ γλώσσ
ein großes/kleines Geschäft machen οικ ευφημ
to do a job on sb οικ
jdn reinlegen οικ [o. übers Ohr hauen]
to give sth/sb up as a bad job οικ
etw/jdn aufgeben
what [or it is] a good job that ... οικ
so ein Glück [o. nur gut] , dass ...
that's a good job! οικ
to be just the job βρετ οικ
to be on the job βρετ αργκ

II. job <-bb-> [ʤɒb, αμερικ ʤɑ:b] ΡΉΜΑ μεταβ

1. job αμερικ οικ (cheat):

to job sb
jdn reinlegen οικ [o. übers Ohr hauen]

2. job ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

III. job <-bb-> [ʤɒb, αμερικ ʤɑ:b] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. job (do casual work):

jobben οικ

2. job ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

Καταχώριση OpenDict

job ΟΥΣ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

job creation measure ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

creation ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Bestellung θηλ

measure ΟΥΣ CTRL

job ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

Stellung θηλ
Stelle θηλ
Present
Imeasure
youmeasure
he/she/itmeasures
wemeasure
youmeasure
theymeasure
Past
Imeasured
youmeasured
he/she/itmeasured
wemeasured
youmeasured
theymeasured
Present Perfect
Ihavemeasured
youhavemeasured
he/she/ithasmeasured
wehavemeasured
youhavemeasured
theyhavemeasured
Past Perfect
Ihadmeasured
youhadmeasured
he/she/ithadmeasured
wehadmeasured
youhadmeasured
theyhadmeasured

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Αναζήτηση "job creation measure" σε άλλες γλώσσες