Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Niederdeutsch
legal

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. ge·setz·lich [gəˈzɛtslɪç] ΕΠΊΘ

lawful τυπικ
gesetzliche Bestimmung
gesetzliche Haftpflicht
gesetzliche Kündigungsfrist
gesetzliche Regelung
gesetzliche Verpflichtung
gesetzliche Vorschrift
to enact [or decree] sth

II. ge·setz·lich [gəˈzɛtslɪç] ΕΠΊΡΡ

to enact sth
gesetzliche Verjährungsfrist
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
gesetzliche Bestimmungen pl
gesetzliche Rente
gesetzliche Trennung
gesetzliche Sonderregelung
gesetzliche Bestimmung

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

gesetzliche Bestandteile ΟΥΣ αρσ πλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

gesetzliche Bestandteile

gesetzliche Bestimmungen ΟΥΣ θηλ πλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

gesetzliche Bestimmungen

gesetzliche Erbfolge ΟΥΣ θηλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

gesetzliche Erbfolge

gesetzliche Rücklage ΟΥΣ θηλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

gesetzliche Rücklage

gesetzliche Reserve ΟΥΣ θηλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

gesetzliche Reserve
gesetzliche Reserve

gesetzlich ΕΠΊΘ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
gesetzliche Reserve θηλ
gesetzliche Rücklage θηλ
gesetzliche Bestimmungen θηλ πλ
gesetzliche(r) Vertreter(in) αρσ (θηλ)
gesetzliche Reserve θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die gesetzliche Pflicht zur Verdunkelung machte das Betreiben von konventionellen Lichtwerbeanlagen demnach zu einem Straftatbestand.
de.wikipedia.org
Durch den Rangvorbehalt wird das gesetzliche Rangfolgeprinzip außer Kraft gesetzt.
de.wikipedia.org
Daraus folgt, dass beispielsweise kein Insolvenzschutz besteht und keine gesetzliche Regelung zur Unverfallbarkeit von Ansprüchen.
de.wikipedia.org
1907 wurde die gesetzliche Grundlage geschaffen, um den Verlauf der Strecke zu prospektieren.
de.wikipedia.org
So hat die Region, welche für die gesetzliche Regelung der Feuerwehrdienste zuständig ist, die entsprechenden Verwaltungsbefugnisse verpflichtend auf die Provinzen zu übertragen.
de.wikipedia.org