στο λεξικό PONS
I. ge·setz·lich [gəˈzɛtslɪç] ΕΠΊΘ
-
- lawful τυπικ
- gesetzliche Bestimmung
-
- gesetzliche Haftpflicht
-
- gesetzliche Kündigungsfrist
-
- gesetzliche Regelung
-
- gesetzliche Verpflichtung
-
- gesetzliche Vorschrift
-
- gesetzlich geschützt Patent
-
- etw gesetzlich verfügen
-
II. ge·setz·lich [gəˈzɛtslɪç] ΕΠΊΡΡ
- gesetzliche Verjährungsfrist
-
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
gesetzliche Bestandteile ΟΥΣ αρσ πλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
- gesetzliche Bestandteile
-
gesetzliche Bestimmungen ΟΥΣ θηλ πλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
- gesetzliche Bestimmungen
-
gesetzliche Erbfolge ΟΥΣ θηλ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
- gesetzliche Erbfolge
-
gesetzlich ΕΠΊΘ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- gesetzliche/juristische Fiktion
- angemessene/gesetzliche Kündigungsfrist
- gerichtliche/gesetzliche Formalitäten
- gesetzliche/gewillkürte Schriftform
- gesetzliche/zwingende Erfordernisse