στο λεξικό PONS
ac·count·ing [əˈkaʊntɪŋ, αμερικ -t̬ɪŋ] ΟΥΣ no pl
I. stand·ard [ˈstændəd, αμερικ -dɚd] ΟΥΣ
1. standard (level of quality):
2. standard (criterion):
3. standard (principles):
4. standard (currency basis):
8. standard ΒΟΤ:
-
- Blumenblatt ουδ
10. standard αμερικ (car):
-
- Schaltwagen αρσ
II. stand·ard [ˈstændəd, αμερικ -dɚd] ΕΠΊΘ αμετάβλ
1. standard (customary):
2. standard (average):
3. standard (authoritative):
-
- Standardtext αρσ
4. standard ΓΛΩΣΣ:
5. standard αμερικ (manual):
6. standard ΧΗΜ:
-
- Urtiter αρσ
I. ac·count [əˈkaʊnt] ΟΥΣ
1. account (description):
2. account ΔΙΑΔ (user account):
3. account (with a bank):
4. account (credit):
5. account (bill):
6. account ΟΙΚΟΝ (records):
7. account ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:
8. account (customer):
9. account no pl (consideration):
10. account (reason):
11. account no pl τυπικ (importance):
13. account ΝΟΜ:
ιδιωτισμοί:
II. ac·count [əˈkaʊnt] ΡΉΜΑ μεταβ τυπικ
III. ac·count [əˈkaʊnt] ΡΉΜΑ αμετάβ
1. account (explain):
2. account (locate):
3. account (make up):
4. account (bill):
-
- etw mit einberechnen
I. inter·na·tion·al [ˌɪntəˈnæʃənəl, αμερικ -t̬ɚˈ-] ΕΠΊΘ
II. inter·na·tion·al [ˌɪntəˈnæʃənəl, αμερικ -t̬ɚˈ-] ΟΥΣ
1. international βρετ ΑΘΛ:
2. international (communist organization):
account ΟΥΣ
-
- ≈ Forderungskonto ουδ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
International Accounting Standards ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
International Accounting Standards Committee ΟΥΣ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ
account ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
-
- Account αρσ
accounting ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
| I | account |
|---|---|
| you | account |
| he/she/it | accounts |
| we | account |
| you | account |
| they | account |
| I | accounted |
|---|---|
| you | accounted |
| he/she/it | accounted |
| we | accounted |
| you | accounted |
| they | accounted |
| I | have | accounted |
|---|---|---|
| you | have | accounted |
| he/she/it | has | accounted |
| we | have | accounted |
| you | have | accounted |
| they | have | accounted |
| I | had | accounted |
|---|---|---|
| you | had | accounted |
| he/she/it | had | accounted |
| we | had | accounted |
| you | had | accounted |
| they | had | accounted |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- internal rate of return
- internal rate of return method
- internal ratings-based approach
- internal relationship
- internal respiration
- International Accounting Standards
- International Accounting Standards Committee
- international affairs
- international bank account number
- International Bank for Reconstruction and Development
- International Banking Facilities