στο λεξικό PONS
I. ver·bind·lich [fɛɐ̯ˈbɪntlɪç] ΕΠΊΘ
II. ver·bind·lich [fɛɐ̯ˈbɪntlɪç] ΕΠΊΡΡ
1. verbindlich (bindend):
2. verbindlich (entgegenkommend):
all·ge·mein ver·bind·lich, all·ge·mein·ver·bind·lich ΕΠΊΘ
- verbindliche Gebührenordnung
-
-
- verbindliche Regeln
-
- schriftliche und verbindliche Aufforderung des Einpeitschers zur Teilnahme an den Plenarsitzungen
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
verbindlich ΕΠΊΘ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- verbindliche Gebührenordnung
- schriftliche und verbindliche Aufforderung des Einpeitschers zur Teilnahme an den Plenarsitzungen