στο λεξικό PONS
I. schrift·lich [ˈʃrɪftlɪç] ΕΠΊΘ
II. schrift·lich [ˈʃrɪftlɪç] ΕΠΊΡΡ (durch geschriebene Mitteilung)
- eine eidliche/schriftliche Aussage (Zeugenaussage)
- evidence no πλ
- eine eidliche/schriftliche Aussage (Zeugenaussage)
-
-
- [schriftliche] Tagesordnung ουδ
-
- schriftliche Bestätigung
-
- schriftliche Beweisfragen (die unter Eid zu beantworten sind)
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- schriftliche Zustimmung
- schriftliche Bestätigung
- eine eidliche/schriftliche Aussage (Zeugenaussage)
- evidence no πλ
- eine eidliche/schriftliche Aussage (Zeugenaussage)
- um schriftliche/ausführliche Wiedergabe bitten
- schriftliche Beweisfragen (die unter Eid zu beantworten sind)