Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

limpossibilité
written

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. schrift·lich [ˈʃrɪftlɪç] ΕΠΊΘ

1. schriftlich (geschrieben):

2. schriftlich οικ (die schriftliche Prüfung):

das Schriftliche

II. schrift·lich [ˈʃrɪftlɪç] ΕΠΊΡΡ (durch geschriebene Mitteilung)

to give sb sth in writing
das kann ich dir/Ihnen schriftlich geben ειρων οικ
do you want that in writing? ειρων οικ
eine eidliche/schriftliche Aussage
evidence no πλ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
[schriftliche] Tagesordnung ουδ
schriftliche Bestätigung
written work ΣΧΟΛ
schriftliche Arbeiten
[schriftliche] eidesstattliche [o. eidliche] Erklärung ουδ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
schriftliche Befragung
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
schriftliche Befragung

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Eine Klausur (Pädagogik) bezeichnet eine schriftliche Prüfungsarbeit, die in der Regel gleichzeitig mit anderen Teilnehmern in einer festgelegten Zeitspanne unter Aufsicht angefertigt wird.
de.wikipedia.org
Eine erste schriftliche Überlieferung des Heldenepos ist das Nibelungenlied aus dem 13. Jahrhundert.
de.wikipedia.org
Das schriftliche Verhandlungsprotokoll wird vom Protokollführer erstellt und später den Beteiligten zur Verfügung gestellt.
de.wikipedia.org
Außerdem sieht ein Bundesgesetz vor, dass der Rücktritt eines Präsidenten nur durch schriftliche Kommunikation zwischen dem Präsidenten und dem Außenminister in Kraft tritt.
de.wikipedia.org
Auch wertete sie insgesamt rund 100 schriftliche Berichte von Personen aus, die zur Zeugenbefragung nicht zur Verfügung standen oder deren ausführliche Befragung als nicht erforderlich angesehen wurde.
de.wikipedia.org