στο λεξικό PONS
safe·ty [ˈseɪfti] ΟΥΣ no pl
1. safety (condition of being safe):
- safety
-
2. safety (freedom from harm):
- safety
-
- safety of a medicine
-
3. safety (safety catch):
- safety of a gun
-
- safety of a gun
- Sicherungshebel αρσ
4. safety:
ˈsafe·ty de·vice ΟΥΣ
- safety device
-
ˈsafe·ty regu·la·tions ΟΥΣ πλ
- safety regulations
-
ˈsafe·ty zone ΟΥΣ αμερικ
- safety zone
-
ˈsafe·ty valve ΟΥΣ
- safety valve
-
ˈsafe·ty is·land ΟΥΣ αμερικ
- safety island
-
I. road ˈsafe·ty ΟΥΣ no pl
- road safety
-
II. road ˈsafe·ty ΟΥΣ modifier
road safety (evaluation, statistics):
type safety ΟΥΣ
- type safety Η/Υ
- Typsicherheit θηλ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
safety net ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ
- safety net (soziale Sicherungsmechanismen)
- Sicherungsnetz ουδ
public safety ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς
- public safety
-
occupational safety law ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
- occupational safety law
-
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
safety precautions [ˈseɪftiprɪˈkɔːʃnz]
ˈsafety goggles ΟΥΣ πλ
- safety goggles
- Schutzbrille θηλ
safety cord ΟΥΣ
- safety cord
-
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
safety fence ΟΔ ΑΣΦ
road safety ΟΔ ΑΣΦ
- road safety
-
traffic safety ΟΔ ΑΣΦ
- traffic safety
-
safety management ΟΔ ΑΣΦ
- safety management
-
safety reasons ΟΔ ΑΣΦ
- safety reasons
-
safety hat ΟΔ ΑΣΦ
- safety hat
-
safety at road works βρετ ΥΠΟΔΟΜΉ, transport safety
construction site safety ΥΠΟΔΟΜΉ, transport safety
- construction site safety
-
factor of safety
Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.