Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Universo
moralisch

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. mor·al [ˈmɒrəl, αμερικ ˈmɔ:r-] ΕΠΊΘ

1. moral (ethical):

moral
moral
moral
moral code
moral cowardice
on moral grounds
moral issue
moral judgement
moral law
moral law
moral scruples
moral values

2. moral (virtuous):

moral person
moral person
moral person
tugendhaft παρωχ
moral person
sittsam <-er, -ste> παρωχ

ιδιωτισμοί:

II. mor·al [ˈmɒrəl, αμερικ ˈmɔ:r-] ΟΥΣ

1. moral (of story):

moral
Moral θηλ <->
moral
Lehre θηλ <-, -n>
moral
Nutzanwendung θηλ <-, -en>
the moral of the story is ...
die Geschichte lehrt ... [o. Moral der Geschichte ist ...]

2. moral (standards of behaviour):

a person of loose morals μειωτ dated

mor·al ˈfi·bre, αμερικ mor·al ˈfi·ber ΟΥΣ no pl

moral fibre

mor·al ˈhaz·ard ΟΥΣ no pl

moral hazard

mor·al ˈvic·tory ΟΥΣ

moral victory

mor·al sup·ˈport ΟΥΣ no pl

moral support

mor·al phi·ˈloso·phy ΟΥΣ no pl

Ethik θηλ <->

mor·al ˈcer·tain·ty ΟΥΣ no pl

moral certainty

mor·al ma·ˈjor·ity ΟΥΣ

moral majority

Mor·al Ma·ˈjor·ity ΟΥΣ no pl αμερικ

Moral Majority
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
moral
moral depravity

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

moral hazard ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ

moral hazard
moral hazard
Moral Hazard αρσ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
moral hazard
moral hazard

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

moral reason ΟΥΣ

moral reason

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

moral values

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

He believes that he too has become a moral vacuum.
en.wikipedia.org
This conflict transcends eras in samurai films and can create the perception of the protagonist as being the moral underdog or steadfast warrior.
en.wikipedia.org
Another man comes and alters the phrase: leaving out moral, and putting in "common", in the room of it.
en.wikipedia.org
To him, the bill was not a product of upper class white citizens but those with no social or moral standing in the community.
en.wikipedia.org
He has no regard for laws or morals; only money, profit and thrills.
en.wikipedia.org