Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

gefrierender
decent
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. an·stän·dig ΕΠΊΘ

1. anständig (gesittet):

anständig

2. anständig (ehrbar):

anständig

3. anständig οικ (ordentlich):

anständig
proper οικ

II. an·stän·dig ΕΠΊΡΡ

1. anständig (gesittet):

anständig
sich αιτ anständig[er] benehmen
anständig sitzen

2. anständig οικ (ausgiebig):

anständig
anständig baden
anständig ausschlafen/essen
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
anständig οικ
anständig
anständig
anständig
sich αιτ anständig benehmen
denk daran, dich anständig zu benehmen
anständig
anständig
respectable salary, sum
anständig οικ
anständig
anständig
anständig οικ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Wahre Schriftsteller seien „Leute, die wissen, wie man sich auf anständige Weise in sein historisches Unglück fügt“.
de.wikipedia.org
Ein Nachbar gab an, er habe die auf seinem Hof beschäftigten Ausländer „stets gut und anständig behandelt“.
de.wikipedia.org
Ein Gast, der sich nicht anständig betragen kann, muß immer gewärtig sein, daß er hinausgeworfen wird.
de.wikipedia.org
Er schwört sich und aller Welt, anständig zu bleiben.
de.wikipedia.org
Die Preisverleihung kommentierte sie mit den Worten: „Ich wusste nicht, dass man für ein anständiges Leben einen Preis bekommt.
de.wikipedia.org