στο λεξικό PONS
Wilts βρετ
Wilts συντομογραφία: Wiltshire
Herts βρετ
Herts συντομογραφία: Hertfordshire
were [wɜ:ʳ, wəʳ, αμερικ wɜ:r, wər] ΡΉΜΑ
were παρελθ of be
be <was/were, been> [bi:, bi] ΡΉΜΑ αμετάβ + ουσ/επίθ
1. be (describes):
2. be (composition):
3. be (opinion):
4. be (calculation):
6. be (location):
7. be in μετ παρακειμ (visit):
8. be (take place):
9. be (do):
10. be απαρχ λογοτεχνικό:
11. be (expresses possibility):
12. be (expresses ability):
13. be:
14. be (expresses future):
15. be (in conditionals):
16. be (impersonal use):
17. be (expresses imperatives):
18. be (expresses continuation):
19. be (expresses passive):
ιδιωτισμοί:
wert [wɜ:t, αμερικ wɜ:rt] ΡΉΜΑ μεταβ, αμετάβ απαρχ
wert 2nd πρόσ ενικ παρελθ of be
be <was/were, been> [bi:, bi] ΡΉΜΑ αμετάβ + ουσ/επίθ
1. be (describes):
2. be (composition):
3. be (opinion):
4. be (calculation):
6. be (location):
7. be in μετ παρακειμ (visit):
8. be (take place):
9. be (do):
10. be απαρχ λογοτεχνικό:
11. be (expresses possibility):
12. be (expresses ability):
13. be:
14. be (expresses future):
15. be (in conditionals):
16. be (impersonal use):
17. be (expresses imperatives):
18. be (expresses continuation):
19. be (expresses passive):
ιδιωτισμοί:
we're [wɪəʳ, αμερικ wɪr]
we're = we are, be
be <was/were, been> [bi:, bi] ΡΉΜΑ αμετάβ + ουσ/επίθ
1. be (describes):
2. be (composition):
3. be (opinion):
4. be (calculation):
6. be (location):
7. be in μετ παρακειμ (visit):
8. be (take place):
9. be (do):
10. be απαρχ λογοτεχνικό:
11. be (expresses possibility):
12. be (expresses ability):
13. be:
14. be (expresses future):
15. be (in conditionals):
16. be (impersonal use):
17. be (expresses imperatives):
18. be (expresses continuation):
19. be (expresses passive):
ιδιωτισμοί:
plas·tic ˈarts ΟΥΣ πλ
com·po·nent ˈparts ΟΥΣ πλ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
economic power ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
power of disposal ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
excess purchasing power ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
unlimited power of attorney ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
power of procuration ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
supervisory power ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ
earning power ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
-
- Ertragskraft θηλ
power of judgment ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
predictive power ΟΥΣ CTRL
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
storage power station
nuclear power station
hydroelectric power station [ˌhaɪdrəʊɪˈlektrɪk] ΟΥΣ
nuclear power [ˌnjuːkliəˈpaʊə] ΟΥΣ
power supply ΟΥΣ
energy production, power generation
energy, power supply
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
thermal power station [ˌθɜːmlˈpaʊəˌsteɪʃn] ΟΥΣ
lower lip ΟΥΣ
sewer [sʊə] ΟΥΣ
-
- Abflussrohr (unterirdisch)
lower ΡΉΜΑ
hydro-electric power station ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
berth ΥΠΟΔΟΜΉ
gripping power ΟΔ ΑΣΦ
lower powered
mass to power ratio freight transport, transport safety
Ορολογία μηχατρονικής της Klett
ˈpow·er source ΟΥΣ ΗΛΕΚ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.