Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Palace
höchste

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. high [haɪ] ΕΠΊΘ

1. high (altitude):

hoch <höher, am höchsten> κατηγορ
hohe(r, s) προσδιορ
he lives on the highest floor
high latitude ΓΕΩΓΡ

2. high (above average):

hohe(r, s) προσδιορ
hoch <höher, am höchsten> κατηγορ
[für jdn/etw] voll des Lobes sein
to pay a high price for sth also μτφ
für etw αιτ einen hohen Preis bezahlen a. μτφ

3. high (of large numerical value):

high calibre [or αμερικ caliber] gun
of the highest calibre [or αμερικ caliber] μτφ

4. high (important):

to have sth on the highest authority esp χιουμ
hochrangig <höherrangig, höchstrangig>

5. high (noble):

6. high μειωτ (arrogant):

to be high and mighty μειωτ

7. high (intense):

8. high ΙΑΤΡ:

9. high ΜΑΓΕΙΡ (rich):

10. high (intoxicated, euphoric):

high οικ a. μτφ
to be [as] high as a kite οικ (euphoric)
total high sein αργκ

11. high (shrill):

to sing in a high key

12. high ΓΛΩΣΣ:

13. high κατηγορ (gone off):

to be high food
riechen <roch, gerochen>
to be high game

ιδιωτισμοί:

wie die Pest stinken αργκ
zum Himmel stinken αργκ μτφ
sb's stock is high
jds Aktien stehen gut μτφ
sb's stock is high

II. high [haɪ] ΕΠΊΡΡ

1. high (position):

hoch <höher, am höchsten>

2. high (amount):

hoch <höher, am höchsten>

3. high (intensity):

ιδιωτισμοί:

III. high [haɪ] ΟΥΣ

1. high (high point):

Höchststand αρσ <-(e)s, -stände>

2. high ΜΕΤΕΩΡ:

Hoch ουδ <-s, -s>

3. high (exhilaration):

high sein αργκ

4. high (heaven):

im Himmel ποιητ
χιουμ μτφ οικ the orders came from on high

5. high ΑΥΤΟΚ:

high-ˈfly·er ΟΥΣ, high ˈfly·er ΟΥΣ

high-flyer → highflier

high·ˈfli·er ΟΥΣ

1. highflier person:

Überflieger(in) αρσ (θηλ) <-s, ->

2. highflier ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

high ˈqual·ity ΕΠΊΘ κατηγορ, high-ˈqual·ity ΕΠΊΘ προσδιορ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
highest-ranking προσδιορ
third-highest
highest-bidding προσδιορ
bidding highest κατηγορ
highest bidder
highest bid
next highest
highest bidder

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

highest rate ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

highest rate

highest traded price ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

highest traded price

day's highest price ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

day's highest price

high ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

High ουδ

yearly high ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

high achiever ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

record high ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Rekordhoch ουδ

high yield ΕΠΊΘ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

high quality ΕΠΊΘ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
highest rate

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

high mountains

high pressure ΟΥΣ

polar high ΟΥΣ

high humidity [ˌhaɪˈhjuːmɪdəti] ΟΥΣ

high coast

high-level nuclear waste

high technology industry ΟΥΣ

high yield variety [ˌhaɪjiːldˈvəraɪəti] ΟΥΣ

subtropical high pressure belt ΟΥΣ

area of high pressure

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

highest value ΟΥΣ

highest value

high point ΟΥΣ

high salinity

high-yielding ΕΠΊΘ

high forest ΟΥΣ

high power objective

high energy rays ΟΥΣ

high-level radioactive waste

high soil salinity ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

high rise ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ

high risk site ΟΔ ΑΣΦ

high rise apartment block αμερικ ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ

high risk area ΟΔ ΑΣΦ

high occupancy vehicle, HOV

high rise housing ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ

high risk section ΟΔ ΑΣΦ

high speed road ΥΠΟΔΟΜΉ

high rise residential block βρετ ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ

high rise block of flats βρετ ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Αναζήτηση "highest" σε άλλες γλώσσες