στο λεξικό PONS
I. high [haɪ] ΕΠΊΘ
1. high (altitude):
2. high (above average):
3. high (of large numerical value):
4. high (important):
5. high (noble):
7. high (intense):
9. high ΜΑΓΕΙΡ (rich):
10. high (intoxicated, euphoric):
11. high (shrill):
13. high κατηγορ (gone off):
ιδιωτισμοί:
II. high [haɪ] ΕΠΊΡΡ
1. high (position):
2. high (amount):
3. high (intensity):
III. high [haɪ] ΟΥΣ
1. high (high point):
4. high (heaven):
high ˈqual·ity ΕΠΊΘ κατηγορ, high-ˈqual·ity ΕΠΊΘ προσδιορ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
highest rate ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
- highest rate
- Höchstsatz αρσ
highest traded price ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Börsenhöchstkurs αρσ
day's highest price ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Tageshöchstkurs αρσ
high ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Höchststand αρσ
yearly high ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
high achiever ΟΥΣ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ
-
- Spitzenkraft θηλ
record high ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Rekordhoch ουδ
high yield ΕΠΊΘ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
high quality ΕΠΊΘ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ
-
- highest rate
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
high mountains
high humidity [ˌhaɪˈhjuːmɪdəti] ΟΥΣ
high coast
high-level nuclear waste
high yield variety [ˌhaɪjiːldˈvəraɪəti] ΟΥΣ
subtropical high pressure belt ΟΥΣ
area of high pressure
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
high salinity
high-yielding ΕΠΊΘ
high energy rays ΟΥΣ
high-level radioactive waste
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
high risk site ΟΔ ΑΣΦ
high rise apartment block αμερικ ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ
high risk area ΟΔ ΑΣΦ
high risk section ΟΔ ΑΣΦ
high speed road ΥΠΟΔΟΜΉ
high rise residential block βρετ ΧΩΡΟΤΑΞΊΑ
Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.