Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dauteur
job

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

·tig·keit <-, -en> ΟΥΣ θηλ

1. Tätigkeit (Beruf):

Tätigkeit
Tätigkeit
eine Tätigkeit ausüben
bisherige Tätigkeit
freiberufliche Tätigkeit
gewerbliche Tätigkeit
gewerbliche Tätigkeit
industrielle Tätigkeit

2. Tätigkeit kein πλ (Aktivität):

Tätigkeit
außer Tätigkeit gesetzt
in Tätigkeit sein
in Tätigkeit treten
in Tätigkeit treten Alarmanlage, Überwachungskamera
in Tätigkeit treten Vulkan
Καταχώριση OpenDict

Tätigkeit ΟΥΣ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Tätigkeit θηλ
unproduktive Tätigkeit
Tätigkeit ohne Monatsgehalt
hirnlose Tätigkeit οικ
kontinuierliche Tätigkeit

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Tätigkeit ΟΥΣ θηλ ΑΝΘΡ ΔΥΝΑΜ

Market-Maker-Tätigkeit ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Market-Maker-Tätigkeit
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Market-Maker-Tätigkeit θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Für normale Menschen birgt diese Tätigkeit erhebliche gesundheitliche Risiken.
de.wikipedia.org
Während dieser Tätigkeit erkannte er durch sein tiefes Wissen über das Christentum dessen unüberwindliche Widersprüche.
de.wikipedia.org
Neben seiner Tätigkeit als Komponist für Film und Theater arbeitet er als musikalischer Leiter, Arrangeur, Produzent, Gitarrist und Pianist.
de.wikipedia.org
Dabei kamen ihm in besonderem Maße seine Tätigkeiten als Hochschullehrer, Komponist und Interpret (Bratschist) zugute.
de.wikipedia.org
Das halbe Jahr war nach eigenem Bekunden „die neben der Soldatenzeit anstrengendste körperliche Tätigkeit seines Lebens“.
de.wikipedia.org