Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

entscheidet
Verfolgung[sjagd]

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

pur·suit [pəˈsju:t, αμερικ pɚˈsu:t] ΟΥΣ

1. pursuit of knowledge, fulfilment:

pursuit (chase)
pursuit of
Streben ουδ <-s> nach +δοτ
pursuit (hunt) of
Jagd θηλ <-, -en> a. μειωτ nach +δοτ
to be in pursuit of sb/sth
jdn/etw verfolgen
to be in hot pursuit of sb
right of hot pursuit ΝΟΜ
Verfolgungsrecht ουδ <-(e)s> kein pl
right of hot pursuit ΝΟΜ

2. pursuit (activity):

pursuit
Aktivität θηλ <-, -en>
pursuit
Beschäftigung θηλ <-, -en>
pursuit
Betätigung θηλ <-, -en>

3. pursuit ΑΘΛ (race in a biathlon):

pursuit
Verfolgung θηλ <-, -en>
Καταχώριση OpenDict

pursuit ΟΥΣ

the pursuit of happiness

pur·suit race ΟΥΣ ΑΘΛ

pursuit race
Verfolgungsrennen ουδ <-s, ->
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
pursuit
pursuit
Verfolgungsrennen im Radsport
pursuit race
pursuit of a trade
a campaign of pursuit
pursuit no πλ
pursuit no πλ, no αόρ άρθ
to start in pursuit [of sb]

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

pursuit of profit ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

pursuit of profit
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
pursuit of profit

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

He runs, screaming through the dark woods, the werewolf in hot pursuit.
en.wikipedia.org
As they make for the exit, the bats are flying in hot pursuit.
en.wikipedia.org
They are often mounted with lighting and heat-sensing equipment for night pursuits.
en.wikipedia.org
He retired from active business pursuits in 1875.
en.wikipedia.org
He engaged in agricultural pursuits until 1872, when he became interested in the canning industry, and later in banking.
en.wikipedia.org