στο λεξικό PONS
I. inter·na·tion·al [ˌɪntəˈnæʃənəl, αμερικ -t̬ɚˈ-] ΕΠΊΘ
II. inter·na·tion·al [ˌɪntəˈnæʃənəl, αμερικ -t̬ɚˈ-] ΟΥΣ
1. international βρετ ΑΘΛ:
2. international (communist organization):
I. or·der [ˈɔ:dəʳ, αμερικ ˈɔ:rdɚ] ΟΥΣ
1. order no pl (being tidy, organized):
2. order no pl (sequence):
3. order (command):
4. order:
5. order ΕΜΠΌΡ:
6. order ΧΡΗΜΑΤΟΠ:
7. order ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:
8. order no pl:
9. order no pl ΠΟΛΙΤ, ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ:
10. order no pl (condition):
11. order no pl (intention):
12. order:
13. order (system, constitution):
14. order usu pl βρετ:
16. order ΘΡΗΣΚ (society):
17. order (elite):
18. order ΑΡΧΙΤ:
19. order ΜΑΘ:
II. or·der [ˈɔ:dəʳ, αμερικ ˈɔ:rdɚ] ΡΉΜΑ αμετάβ
III. or·der [ˈɔ:dəʳ, αμερικ ˈɔ:rdɚ] ΡΉΜΑ μεταβ
1. order (decide, decree):
2. order (command):
4. order ΕΜΠΌΡ (request):
eco·nom·ic [ˌi:kəˈnɒmɪk, αμερικ -ˈnɑ:m-] ΕΠΊΘ
1. economic προσδιορ, αμετάβλ ΠΟΛΙΤ, ΟΙΚΟΝ:
2. economic (profitable):
order ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
order ΟΥΣ handel
-
- Bestellung θηλ
economic ΕΠΊΘ ΚΡΆΤΟς
economic ΕΠΊΘ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
international economic order ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
order
| I | order |
|---|---|
| you | order |
| he/she/it | orders |
| we | order |
| you | order |
| they | order |
| I | ordered |
|---|---|
| you | ordered |
| he/she/it | ordered |
| we | ordered |
| you | ordered |
| they | ordered |
| I | have | ordered |
|---|---|---|
| you | have | ordered |
| he/she/it | has | ordered |
| we | have | ordered |
| you | have | ordered |
| they | have | ordered |
| I | had | ordered |
|---|---|---|
| you | had | ordered |
| he/she/it | had | ordered |
| we | had | ordered |
| you | had | ordered |
| they | had | ordered |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)
Αναζήτηση στο λεξικό
- international bodies
- international bond
- international capital market
- International Centre for Settlement of Investment Disputes
- international commercial terms
- international economic order
- international expansion
- International Federation of Insurance Intermediaries
- International Finance Corporation
- international financing
- international investment position