Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

факельное
Großbetragsüberweisungssystem

στο λεξικό PONS

I. large [lɑ:ʤ, αμερικ lɑ:rʤ] ΕΠΊΘ

1. large (in size):

groß <größer, am größten>

2. large (in quantity, extent):

groß <größer, am größten>

3. large χιουμ or ευφημ (fat):

wohlbeleibt τυπικ
CH a. fest
mollige Frau ευφημ

ιδιωτισμοί:

larger than life μτφ persons

II. large [lɑ:ʤ, αμερικ lɑ:rʤ] ΟΥΣ

1. large (not caught):

2. large (in general):

3. large αμερικ:

Sonderbotschafter(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>

III. large [lɑ:ʤ, αμερικ lɑ:rʤ] ΕΠΊΡΡ οικ (in a big way, on a large scale)

I. value [ˈvælju:] ΟΥΣ

1. value no pl (significance):

Wert αρσ <-(e)s>
Bedeutung θηλ <-> kein pl
Unterhaltungswert αρσ <-(e)s> kein pl
to place [or put][or set] a high value on sth
auf etw αιτ großen Wert legen

2. value no pl (financial worth):

Wert αρσ <-(e)s, -e>
Marktwert αρσ <-(e)s> kein pl
to be [αμερικ a] good/[αμερικ a] poor value [for sb's money]

3. value (monetary value):

Wert αρσ <-(e)s, -e>
goods to the value of £70,000

4. value (moral ethics):

Wertesystem ουδ <-s, -e>

II. value [ˈvælju:] ΡΉΜΑ μεταβ

1. value (deem significant):

to value sth/sb
etw/jdn schätzen [o. παρωχ wertschätzen]

2. value (estimate financial worth):

to value sth

I. fund [fʌnd] ΟΥΣ

1. fund (stock of money):

Fonds αρσ <-, ->
Notfonds αρσ <-, ->
Pensionsfonds αρσ <-, ->
Pensionskasse θηλ <-, -n>
Tilgungsfonds αρσ <-, ->
Amortisationsfonds αρσ <-, ->

2. fund (money invested):

Investmentfonds αρσ <-, ->

3. fund (money):

Eigenkapital ουδ <-s, -e>
to be in funds person
gut bei Kasse sein οικ
to be in funds institution
[für etw αιτ] Geld [o. Spenden] sammeln

4. fund μτφ (source):

Vorrat αρσ <-(e)s, -rä·te> an +δοτ

II. fund [fʌnd] ΡΉΜΑ μεταβ

to fund sth (invest)
in etw αιτ investieren
to fund debts ΧΡΗΜΑΤΟΠ

Funds [fʌndz] ΟΥΣ

Funds πλ βρετ (government stocks):

sys·tem [ˈsɪstəm] ΟΥΣ

1. system (network):

System ουδ <-s, -e>
rail/road system ΜΕΤΑΦΟΡΈς

2. system Η/Υ:

System ουδ <-s, -e>

3. system (method of organization):

System ουδ <-s, -e>
system ΠΟΛΙΤ
System ουδ <-s, -e>
system ΠΟΛΙΤ
Regime ουδ <-s, -s>

4. system ΑΣΤΡΟΝ:

System ουδ <-s, -e>
Sonnensystem ουδ <-s, -e>

5. system (way of measuring):

System ουδ <-s, -e>

6. system επιβεβαιωτ (order):

System ουδ <-s, -e>
Ordnung θηλ <-, -en>

7. system ΙΑΤΡ:

[Organ]system ουδ

8. system μειωτ:

ιδιωτισμοί:

etw loswerden οικ

I. trans·fer <-rr-> ΡΉΜΑ μεταβ [træn(t)sˈfɜ:ʳ, αμερικ -ˈfɜ:r]

1. transfer (move):

to transfer sb/sth
jdn/etw transferieren τυπικ

2. transfer (re-assign):

3. transfer (redirect):

4. transfer (change ownership):

5. transfer ΑΘΛ (sell):

6. transfer ΓΛΩΣΣ (adapt):

II. trans·fer <-rr-> ΡΉΜΑ αμετάβ [træn(t)sˈfɜ:ʳ, αμερικ -fɜ:r]

1. transfer employee:

wechseln in/nach +αιτ

2. transfer (change buses, trains):

umsteigen <steigt um, stieg um, umgestiegen>

3. transfer (change systems):

III. trans·fer ΟΥΣ [ˈtræn(t)sfɜ:ʳ, αμερικ -fɜ:r]

1. transfer no pl (process of moving):

transfer of hospital patients, prisoners to
Verlegung θηλ <-, -en> in/nach +αιτ

2. transfer (reassignment):

transfer of money
Überweisung θηλ <-, -en>
transfer of personnel
Abordnung θηλ <-, -en>
Kapitaltransfer αρσ <-s, -s>
Gewinnverlagerung θηλ <-, -en>
Technologietransfer αρσ <-s, -s>

3. transfer (at work):

Versetzung θηλ <-, -en>
transfer of teams, clubs
Transfer αρσ <-s, -s>

4. transfer no pl (distribution):

Transfer αρσ <-s, -s>

5. transfer ΑΘΛ (player):

Transferspieler(in) αρσ (θηλ)

6. transfer αμερικ (ticket):

Umsteigebillett ουδ CH

7. transfer (pattern):

Abziehbild ουδ <-(e)s, -er>
Καταχώριση OpenDict

value ΟΥΣ

Καταχώριση OpenDict

large ΟΥΣ

Καταχώριση OpenDict

fund ΟΥΣ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

large-value funds transfer system ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
IFTS ουδ
FTS ουδ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

value ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Wert αρσ
Substanz θηλ

value ΡΉΜΑ μεταβ ΛΟΓΙΣΤ

fund ΡΉΜΑ μεταβ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

fund ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Fonds αρσ

funds ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Gelder πλ

transfer ΡΉΜΑ μεταβ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

transfer ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

transfer ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Transfer αρσ

transfer ΡΉΜΑ μεταβ handel

transfer ΡΉΜΑ μεταβ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

I. transfer ΡΉΜΑ

II. transfer ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

value ΠΡΟΤΥΠΟΠ, ΑΞΙΟΛΌΓ

transfer ΕΜΠΟΡ ΜΕΤΑΦ

Present
Ivalue
youvalue
he/she/itvalues
wevalue
youvalue
theyvalue
Past
Ivalued
youvalued
he/she/itvalued
wevalued
youvalued
theyvalued
Present Perfect
Ihavevalued
youhavevalued
he/she/ithasvalued
wehavevalued
youhavevalued
theyhavevalued
Past Perfect
Ihadvalued
youhadvalued
he/she/ithadvalued
wehadvalued
youhadvalued
theyhadvalued

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.