Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

fähigkeit
tack
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Zwe·cke <-, -n> [ˈtsvɛkə] ΟΥΣ θηλ ιδιωμ

Zwecke (Nagel)
Zwecke (Nagel)
Zwecke (Reißzwecke)
drawing pin βρετ
Zwecke (Reißzwecke)
thumbtack αμερικ

Zweck <-[e]s, -e> [tsvɛk] ΟΥΣ αρσ

1. Zweck (Verwendungszweck):

to do the trick οικ

2. Zweck (Absicht):

object kein πλ

3. Zweck (Sinn):

was ist der Zweck der Übung? ειρων

ιδιωτισμοί:

der Zweck heiligt die Mittel παροιμ
the end justifies the means παροιμ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Marsch αρσ <-(e)s, Mär·sche> (für wohltätige Zwecke)
Sommerfest ουδ <-(e)s, -e> (für wohltätige Zwecke)
Sammlung θηλ für wohltätige Zwecke
telos ΦΙΛΟΣ
Zweck αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Spenden und Mitgliedsbeiträge zur Förderung steuerbegünstigter Zwecke () sind bereits bei der Gewinnermittlung als Betriebsausgaben abziehbar und werden in der Einkommensermittlung als nichtabziehbare Betriebsausgaben (siehe dort) wieder neutralisiert.
de.wikipedia.org
Förderwürdig sind laut Stiftungssatzung Einrichtungen, die gemäß ihrem Freistellungsbescheid gemeinnützige und mildtätige Zwecke fördern.
de.wikipedia.org
Vor allem seine Salonmusik-Werke, in denen er häufig populäre Opernthemen für Klavier oder Kammermusikensemble arrangierte, blieben jedoch für pädagogische Zwecke und zur Hausmusik äußerst beliebt.
de.wikipedia.org
Ähnliche Säugetier- und Vogelknochenflöten setzen auch die Naturheiler anderen Ethnien für magische Zwecke ein.
de.wikipedia.org
Insbesondere Schriften mit religiösen Irrlehren bewahrte man aber häufig auch auf, um für wissenschaftliche Zwecke darauf zugreifen zu können.
de.wikipedia.org