Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

tattendrai
practice
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Übung1 <-> [ˈy:bʊŋ] ΟΥΣ θηλ kein πλ

Übung (das Üben):

Übung
practice no πλ
in Übung bleiben
in Übung bleiben
aus der Übung sein
das ist alles nur Übung
das ist alles nur Übung
aus der Übung kommen
zur Übung

ιδιωτισμοί:

Übung macht den Meister παροιμ
practice makes perfect παροιμ

Übung2 <-, -en> [ˈy:bʊŋ] ΟΥΣ θηλ

1. Übung (propädeutische Lehrveranstaltung):

Übung zu +αιτ

2. Übung (Übungsstück):

Übung

3. Übung ΑΘΛ:

Übung an +δοτ

4. Übung (Geländeübung):

Übung

5. Übung (Probeeinsatz):

Übung
Übung
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Übung θηλ <-, -en>
gemeinsame Übung
Übung θηλ <-, -en>
keine Übung darin haben, etw zu tun

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Auch sind aus buddhistischer Tradition Übungen bekannt, die der Reinigung des Körpers dienen sollen und vermutlich aus dem indischen Yoga abgeleitet wurden.
de.wikipedia.org
Deswegen sind zweidimensionale Fotos nur mit Übung dreidimensional interpretierbar.
de.wikipedia.org
Dabei werden durch verschiedenste Methoden und Übungen Routinen eingespielt, um Verbindungen zwischen Mensch und Natur zu stärken und zu erneuern.
de.wikipedia.org
Dies schien ihm auch der Zweck der Übung zu sein.
de.wikipedia.org
Mittels Hilfsgegenständen, z. B. Paddles oder Flossen (kurz oder lang), können Kraftaufwand und Wasserlage deutlich innerhalb bestimmter Übungen verändert werden.
de.wikipedia.org