στο λεξικό PONS
in·struc·tion [ɪnˈstrʌkʃən] ΟΥΣ
1. instruction usu pl (order):
- to have instructions [or sb's instructions are] to do sth
-
- to carry out sb's instructions
-
- to give sb instructions
- jdm Anweisungen geben
2. instruction no pl (teaching):
3. instruction (directions):
I. trans·fer <-rr-> ΡΉΜΑ μεταβ [træn(t)sˈfɜ:ʳ, αμερικ -ˈfɜ:r]
1. transfer (move):
2. transfer (re-assign):
3. transfer (redirect):
4. transfer (change ownership):
II. trans·fer <-rr-> ΡΉΜΑ αμετάβ [træn(t)sˈfɜ:ʳ, αμερικ -fɜ:r]
III. trans·fer ΟΥΣ [ˈtræn(t)sfɜ:ʳ, αμερικ -fɜ:r]
1. transfer no pl (process of moving):
2. transfer (reassignment):
3. transfer (at work):
4. transfer no pl (distribution):
5. transfer ΑΘΛ (player):
7. transfer (pattern):
I. cred·it [ˈkredɪt] ΟΥΣ
1. credit no pl:
2. credit no pl (standing):
3. credit no pl (achievement):
4. credit no pl (reliability):
5. credit no pl (reliance):
6. credit no pl ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΕΜΠΌΡ:
7. credit ΧΡΗΜΑΤΟΠ:
9. credit no pl ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΕΜΠΌΡ (trustworthiness):
10. credit:
- credit ΣΧΟΛ
-
11. credit (contributors):
- credits ΛΟΓΟΤ
-
II. cred·it [ˈkredɪt] ΡΉΜΑ μεταβ
1. credit (attribute):
2. credit (consider to be responsible for):
3. credit (believe to have):
4. credit (believe):
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
credit transfer instruction ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
transfer ΡΉΜΑ μεταβ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
transfer ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
-
- Überweisung θηλ
transfer ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
-
- Transfer αρσ
-
- Übertragung θηλ
transfer ΡΉΜΑ μεταβ handel
transfer ΡΉΜΑ μεταβ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
credit ΡΉΜΑ μεταβ ΛΟΓΙΣΤ
credit ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
-
- Gutschrift θηλ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
I. transfer ΡΉΜΑ
II. transfer ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
| I | transfer |
|---|---|
| you | transfer |
| he/she/it | transfers |
| we | transfer |
| you | transfer |
| they | transfer |
| I | transferred |
|---|---|
| you | transferred |
| he/she/it | transferred |
| we | transferred |
| you | transferred |
| they | transferred |
| I | have | transferred |
|---|---|---|
| you | have | transferred |
| he/she/it | has | transferred |
| we | have | transferred |
| you | have | transferred |
| they | have | transferred |
| I | had | transferred |
|---|---|---|
| you | had | transferred |
| he/she/it | had | transferred |
| we | had | transferred |
| you | had | transferred |
| they | had | transferred |
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- credit term
- credit terms
- credit tightening
- credit time limit
- credit total
- credit transfer instruction
- credit union
- credit unit
- credit volume
- creditworthiness
- creditworthiness category