Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lassicurato
Investitionsbedarf

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
capital investment ΕΜΠΌΡ
capital investment ΧΡΗΜΑΤΟΠ
capital investment ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Geldanlage θηλ <-, -n>
capital investment ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Kapitalanlage θηλ <-, -n>
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Anlegung von Kapital
στο λεξικό PONS

I. need [ni:d] ΟΥΣ

1. need no pl (requirement):

Bedarf αρσ <-(e)s> an +δοτ
Handlungsbedarf αρσ <-(e)s> kein pl
Nachholbedarf αρσ <-(e)s> kein pl
at need dated

2. need no pl (necessity):

Notwendigkeit θηλ <-, -en>

3. need (yearning):

Bedürfnis ουδ <-ses, -se>
τυπικ she had need of company

4. need no pl (requiring help):

5. need no pl (poverty):

Not <-, Nöte>

II. need [ni:d] ΡΉΜΑ μεταβ

1. need (require):

to need sth/sb
etw/jdn brauchen

2. need (must):

to need to do sth

3. need (not want to be subjected to):

to not need sth
χιουμ I need this like I need a hole in the head οικ

III. need [ni:d] ΡΉΜΑ βοηθ ρήμα

1. need βρετ (must):

need you ask? ειρων

2. need βρετ (didn't have to):

sb/sth needn't have done sth
jd/etw hätte etw nicht tun müssen

3. need βρετ (shouldn't):

needs [ni:dz] ΕΠΊΡΡ

needs αμετάβλ απαρχ:

needs must [or must needs] do sth απαρχ τυπικ

ιδιωτισμοί:

needs must when the devil drives παροιμ

I. in·vest·ment [ɪnˈves(t)mənt] ΟΥΣ

1. investment (act of investing):

2. investment ΧΡΗΜΑΤΟΠ (instance of investing):

Investition θηλ <-, -en>
[Kapital]anlage θηλ
[Vermögens]anlage θηλ ειδικ ορολ
Wertpapiere ειδικ ορολ pl

3. investment ΧΡΗΜΑΤΟΠ (share):

Einlage θηλ <-, -n>
Beteiligung θηλ <-, -en> ειδικ ορολ
Anteilsbesitz αρσ ειδικ ορολ

II. in·vest·ment [ɪnˈves(t)mənt] ΟΥΣ modifier

Anlageberater(in) αρσ (θηλ) <-s, -; -, -nen>
Investmentzertifikat ουδ <-(e)s, -e>
Investmentgesellschaft θηλ <-, -en>
Wertpapierbestand αρσ <-(e)s, -stände>
Anlagebewertung θηλ /-wert αρσ
Auslandsinvestition θηλ <-, -en>

I. capi·tal [ˈkæpɪtəl, αμερικ -ət̬əl] ΟΥΣ

1. capital (city):

Hauptstadt θηλ <-, -städte>

2. capital (letter):

Großbuchstabe αρσ <-n(s), -n>
Kapitälchen <-, -> pl

3. capital ΑΡΧΙΤ:

Kapitell ουδ <-s, -e>
Kapitäl ουδ

4. capital no pl ΧΡΗΜΑΤΟΠ:

Vermögen ουδ <-s, ->
Kapital ουδ <-s, -e>
Kapitalflucht θηλ <-> kein pl
Kapitalverkehr αρσ <-(e)s> kein pl
Umlaufvermögen ουδ <-s, ->
Betriebskapital ουδ <-(e)s, -e>
Aktienkapital ουδ <-s, -e>
Anlagevermögen ουδ <-s, ->
Risikokapital ουδ <-s, -e>
Aktienkapital ουδ <-s, -e>
Betriebskapital ουδ <-(e)s, -e>
to make capital [out] of [or from] sth μτφ
aus etw δοτ Kapital schlagen

II. capi·tal [ˈkæpɪtəl, αμερικ -ət̬əl] ΟΥΣ modifier

1. capital (principal):

Hauptstadt θηλ <-, -städte>
Kardinalfehler αρσ <-s, ->

2. capital (upper case):

Großbuchstabe αρσ <-n(s), -n>

3. capital ΝΟΜ:

Kapitalverbrechen ουδ <-s, ->

4. capital (of business assets):

Kapitalbasis θηλ <-> kein pl
Kapitalmarkt αρσ <-(e)s, -märkte>

5. capital (invested funds):

[Anlage]kapital ουδ

III. capi·tal [ˈkæpɪtəl, αμερικ -ət̬əl] ΕΠΊΘ βρετ dated

Mordsspaß αρσ <-es> kein pl οικ
Καταχώριση OpenDict

need ΟΥΣ

nötigenfalls τυπικ
Καταχώριση OpenDict

need ΡΉΜΑ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

capital investment needs ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

investment ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

investment ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

(Geld)Anlage θηλ
Einsatz αρσ

capital ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Kapital ουδ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

needs ΟΥΣ

Present
Ineed
youneed
he/she/itneeds
weneed
youneed
theyneed
Past
Ineeded
youneeded
he/she/itneeded
weneeded
youneeded
theyneeded
Present Perfect
Ihaveneeded
youhaveneeded
he/she/ithasneeded
wehaveneeded
youhaveneeded
theyhaveneeded
Past Perfect
Ihadneeded
youhadneeded
he/she/ithadneeded
wehadneeded
youhadneeded
theyhadneeded

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.