Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

spieler
share capital

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Grund·ka·pi·tal <-s, -e> ΟΥΣ ουδ

Grundkapital
share capital βρετ
Grundkapital
stock capital αμερικ
genehmigtes Grundkapital
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Grundkapital ουδ <-s, -e>
genehmigtes Grundkapital
emittiertes Grundkapital
Grundkapital ουδ <-s, -e>
Grundkapital ουδ <-s, -e>
genehmigtes Grundkapital
Grundkapital ουδ <-s, -e> (einer AG)

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Grundkapital ΟΥΣ ουδ ΛΟΓΙΣΤ

Grundkapital
Grundkapital

autorisiertes Grundkapital phrase ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

autorisiertes Grundkapital

Basis-Grundkapital ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Basis-Grundkapital
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Basis-Grundkapital ουδ
Grundkapital ουδ
Grundkapital ουδ
autorisiertes Grundkapital ουδ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Das Grundkapital der Gesellschaft ist aufgeteilt in rund 357 Millionen Stammaktien und rund 2,7 Millionen Vorzugsaktien.
de.wikipedia.org
Das Grundkapital ist in 10,1 Millionen Stammaktien eingeteilt, bei denen es sich um nennwertlose Namensaktien handelt.
de.wikipedia.org
Neben den meldepflichtigen Anteilseignern besitzen weitere kommunale Aktionäre einen Anteil am Grundkapital.
de.wikipedia.org
Das Grundkapital betrug nach der Fusion 1926 rund 1,1 Milliarden Reichsmark.
de.wikipedia.org
Die nachträglichen Geldeingänge übertreffen in Summe das Grundkapital.
de.wikipedia.org