Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

zeiten
Times

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Zeit <-, -en> [tsait] ΟΥΣ θηλ

1. Zeit (Ablauf):

2. Zeit (Zeitraum):

auf Zeit kaufen ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ
mit etw δοτ hat es noch Zeit
sth can wait
sich δοτ [mit etw δοτ] Zeit lassen
in der Zeit vom ... bis ...
sich δοτ [mehr] Zeit [für jdn/etw] nehmen
to devote [more] time [to sb/sth]
jdm die Zeit stehlen οικ
jdm/sich die Zeit mit etw δοτ vertreiben

3. Zeit (Zeitpunkt):

es ist [o. wird] [höchste] Zeit [o. es ist an der Zeit], etw zu tun
es wird [für jdn] Zeit, dass ...
it's about time that [sb] ...
feste Zeiten haben
jds Zeit ist gekommen ευφημ τυπικ
sb's time has come ευφημ

4. Zeit (Uhrzeit):

5. Zeit:

das waren noch Zeiten
... aller Zeiten
at sb's peak
für alle Zeiten
für alle Zeiten
for all time λογοτεχνικό
für kommende Zeiten
seit uralten [o. ewigen] Zeiten
vor Zeiten λογοτεχνικό
etw war vor jds Zeit
sth was before sb's time
zur Zeit [o. zu Zeiten] Goethes

6. Zeit ΓΛΩΣΣ (Tempus):

7. Zeit ΑΘΛ:

ιδιωτισμοί:

die Zeit arbeitet für jdn μτφ
time is on sb's side
die Zeit heilt alle Wunden παροιμ
time heals all wounds παροιμ
kommt Zeit, kommt Rat παροιμ
the early bird catches the worm παροιμ
ach du liebe Zeit! οικ
goodness me! οικ
Zeit schinden οικ
spare in der Zeit, dann hast du in der Not παροιμ
to kill time οικ

zeit [tsait] ΠΡΌΘ +γεν

Green·wi·cher Zeit [ˈgrɪnɪʤɐ-] ΟΥΣ θηλ

NS-Zeit <-, ohne pl> ΟΥΣ θηλ

Sturm-und-Drang-Zeit <-; kein Pl> ΟΥΣ θηλ kein πλ ΛΟΓΟΤ

Raum-Zeit-Kon·ti·nu·um <-s, ohne pl> ΟΥΣ ουδ ΦΥΣ

Καταχώριση OpenDict

Zeit ΟΥΣ

alle heiligen Zeiten [einmal] (alle Jubeljahre) νοτιογερμ A
once in a blue moon οικ
alle heiligen Zeiten [einmal] (alle Jubeljahre) νοτιογερμ A
fahrgastarme Zeiten
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Preis-Zeit-Priorität ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Alles-Rot-Zeit ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ, ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ, ΥΠΟΔΟΜΉ

Alles-Grün-Zeit (Fussgänger)

Alles-Grün-Zeit ΥΠΟΔΟΜΉ

Raum-Zeit-Beziehung

Weg-Zeit-Linie ΠΡΟΤΥΠΟΠ

Zeit- und Betriebskosten ΑΞΙΟΛΌΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Ist er mir zu Zeiten auch ungnädig gewesen, so ist er mir doch wieder gnädig geworden!
de.wikipedia.org
Das kann zyklisch schwanken, wie Zeiten kurz vor der Ernte oder in einer jungen Ehe, oder auch azyklisch, zum Beispiel durch Katastrophen.
de.wikipedia.org
Wie oben schon beschrieben, musste man erfinderisch sein in Zeiten, in denen Nahrung knapp war.
de.wikipedia.org
Ein in der Bahnhofseinfahrt stehender Wagenkasten hat ebenfalls die Zeiten überlebt.
de.wikipedia.org
Die Wallburg dürfte als Fliehburg dem Schutz der Bevölkerung in kriegerischen Zeiten gedient haben.
de.wikipedia.org