Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Beach
gespaltener Markt

στο λεξικό PONS

I. tier [tɪəʳ, αμερικ tɪr] ΟΥΣ

Reihe θηλ <-, -n>
Lage θηλ <-, -n>

II. tier [tɪəʳ, αμερικ tɪr] ΡΉΜΑ μεταβ

etw aufschichten οικ [o. CH a. aufbeigen]

I. two [tu:] ΕΠΊΘ

1. two (number):

to break sth in two
to cut sth in two
to walk two by [or and]two [or in twos]

2. two (age):

3. two (time):

half past [or βρετ οικ half]two

ιδιωτισμοί:

two's company, three's a crowd παροιμ
to give sb two fingers βρετ, αυστραλ
two heads are better than one παροιμ
vier Augen sehen mehr als zwei παροιμ
to be sb's number two
wie du mir, so ich dir παροιμ
to put two and two together and make five χιουμ οικ
to put [or throw] in one's two cents worth αμερικ, αυστραλ οικ
it takes two to tango παροιμ

II. two [tu:] ΟΥΣ

1. two (number, symbol, quantity):

Zwei θηλ <-, -en>
Zweier αρσ <-s, ->

2. two (cards):

Zwei θηλ <-, -en>
Zweier αρσ <-s, -> A, CH

3. two (public transport):

I. eight [eɪt] ΕΠΊΘ

1. eight (number):

2. eight (age):

mit acht Jahren τυπικ

3. eight (time):

ten/twenty [minutes] past [or αμερικ usu after]eight [o'clock]
ten/twenty [minutes] to [or αμερικ usu before]eight [o'clock]
half past eight [or βρετ οικ half eight]

II. eight [eɪt] ΟΥΣ

1. eight (number, symbol):

Acht θηλ <-, -en>
Achter αρσ <-s, -> A, CH

2. eight ΑΘΛ:

Achter αρσ <-s, ->
Stürmer αρσ <-s, ->
last [or final]eight ΤΈΝΙς

3. eight:

eight βρετ (clothing size)
eight αμερικ
eight βρετ (shoe size)
eight αμερικ

4. eight ΤΡΆΠ:

Acht θηλ <-, -en>
Achter αρσ <-s, -> A, CH
Kreuz-/Herz-Acht θηλ

5. eight (public transport):

der Achter A, CH

ιδιωτισμοί:

to be behind the eight ball αμερικ
to have one past the eight βρετ αργκ

I. mar·ket [ˈmɑ:kɪt, αμερικ ˈmɑ:r-] ΟΥΣ

1. market (place):

Markt αρσ <-(e)s, Märk·te>
Markttag αρσ <-(e)s, -e>

2. market (demand):

Markt αρσ <-(e)s, Märk·te>
Käufermarkt αρσ <-(e)s> kein pl
Verkäufermarkt αρσ <-(e)s> kein pl
Wohnungsmarkt αρσ <-(e)s, -märkte>

3. market (trade):

Handel αρσ <-s> kein pl
Markt αρσ <-(e)s, Märk·te>
active market ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ
main market βρετ
Freiverkehr αρσ <-(e)s> kein pl
Börse θηλ <-, -n>
third market αμερικ
an etw δοτ interessiert sein

4. market (customers):

II. mar·ket [ˈmɑ:kɪt, αμερικ ˈmɑ:r-] ΟΥΣ modifier

Marktpreis αρσ <-es, -e>
Marktsegment ουδ <-(e)s, -e>
Marktwert αρσ <-(e)s> kein pl

III. mar·ket [ˈmɑ:kɪt, αμερικ ˈmɑ:r-] ΡΉΜΑ μεταβ

to market sth (sell)
Καταχώριση OpenDict

market ΡΉΜΑ

to market sth (sell)

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

two-tier market ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

stock market tier ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

market ΡΉΜΑ μεταβ ΜΆΡΚΕΤΙΝΓΚ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

market ΟΥΣ

Present
Itier
youtier
he/she/ittiers
wetier
youtier
theytier
Past
Itiered
youtiered
he/she/ittiered
wetiered
youtiered
theytiered
Present Perfect
Ihavetiered
youhavetiered
he/she/ithastiered
wehavetiered
youhavetiered
theyhavetiered
Past Perfect
Ihadtiered
youhadtiered
he/she/ithadtiered
wehadtiered
youhadtiered
theyhadtiered

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Some investors view this as a two-tier market that creates unfair advantages.
uk.reuters.com
Two-tier markets ultimately converge and as this theme matures, the probabilities increase that a convergence materializes sometime in 2014....
www.theglobeandmail.com
It's really a two-tier market for lemons.
www.independent.co.uk
Furthermore, we do not view technology that instantaneously aggregates passive and aggressive liquidity as creating a two-tier market.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "two-tier market" σε άλλες γλώσσες