Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Bears
Bären

στο λεξικό PONS

I. bear1 [beəʳ, αμερικ ber] ΟΥΣ

1. bear (animal):

Bär αρσ <-en, -en>
Bärin θηλ <-, -nen>
to be like a bear with a sore head [or αμερικ like a real bear] μτφ οικ

2. bear ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ (sb calculatedly selling stocks):

Baissier αρσ <-s, -s>
Baissespekulant(in) αρσ (θηλ) <-en, -en; -, -nen>
Bär(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
Bear αρσ

ιδιωτισμοί:

II. bear1 <bears, beared, beared> [beəʳ, αμερικ ber] ΡΉΜΑ αμετάβ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

I. bear2 <bears, bore, borne [or αμερικ also born]> [beəʳ, αμερικ ber] ΡΉΜΑ μεταβ

1. bear (carry):

to bear sth
etw tragen
λογοτεχνικό he was borne backwards by a large wave
to bear arms τυπικ
to bear gifts τυπικ
to bear tidings απαρχ λογοτεχνικό

2. bear (display):

3. bear (be identified by):

to bear sb's name
jds Namen tragen [o. τυπικ führen]

4. bear (behave):

5. bear (support):

μτφ to bear the cost

6. bear (endure, shoulder):

to bear sth

7. bear (tolerate):

to not be able to bear sb/sth

8. bear (harbour resentments):

einen Groll gegen jdn hegen τυπικ

9. bear (possess):

gezeichnet sein τυπικ

10. bear (keep):

11. bear (give birth to):

12. bear ΓΕΩΡΓ, ΒΟΤ:

to bear fruit also μτφ
Früchte tragen a. μτφ
ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΟΙΚΟΝ to bear interest at 8%
ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΟΙΚΟΝ to bear interest at 8%

ιδιωτισμοί:

von etw δοτ Zeugnis ablegen
to bear false witness απαρχ

II. bear2 <bears, bore, borne [or αμερικ also born]> [beəʳ, αμερικ ber] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. bear (tend):

2. bear (be patient):

3. bear (press):

4. bear (approach):

to bear down on [or upon] sb/sth
auf jdn/etw zusteuern

5. bear (be relevant):

to bear on sth

6. bear (put pressure on):

Druck αρσ auf jdn/etw ausüben

Ted·dy Bears' ˈpic·nic ΟΥΣ

ˈbear mar·ket ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

Baisse θηλ <-, -n>

po·lar ˈbear ΟΥΣ

Eisbär αρσ <-en, -en>

ˈbear sale ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

Leerverkauf αρσ <-(e)s, -käufe>

ˈgriz·zly bear ΟΥΣ

bear up ΡΉΜΑ αμετάβ

ˈbear hug ΟΥΣ

1. bear hug (in wrestling):

Umklammerung θηλ <-, -en>
Klammer θηλ <-, -n>

2. bear hug (embrace):

ˈbear po·si·tion ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

bulls and bears phrase ΧΡΗΜΑΤΑΓ

bear3 ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Bär αρσ
Bear αρσ
Baissier αρσ

bear spread ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Baisse-Spread αρσ

bear market ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Baisse θηλ
Bear-Market αρσ

bear sale ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

bear bond ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Bear-Bond αρσ

bear position ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

bear tranche ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Bear-Tranche θηλ

bull-and-bear bond ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
bulls and bears

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

Great Bear Lake [ˌɡreɪtˈbeəˌleɪk] ΟΥΣ

Ορολογία μαγειρικής της Lingenio

Present
Ibear
youbear
he/she/itbears
webear
youbear
theybear
Past
Ibore
youbore
he/she/itbore
webore
youbore
theybore
Present Perfect
Ihaveborne / αμερικ επίσ born
youhaveborne / αμερικ επίσ born
he/she/ithasborne / αμερικ επίσ born
wehaveborne / αμερικ επίσ born
youhaveborne / αμερικ επίσ born
theyhaveborne / αμερικ επίσ born
Past Perfect
Ihadborne / αμερικ επίσ born
youhadborne / αμερικ επίσ born
he/she/ithadborne / αμερικ επίσ born
wehadborne / αμερικ επίσ born
youhadborne / αμερικ επίσ born
theyhadborne / αμερικ επίσ born

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Brown bears living near coastal regions will regularly eat crabs and clams.
en.wikipedia.org
New residents like to say bears have begun seeking food in settled areas but this is a tautology.
en.wikipedia.org
Typical candies featured in her oeuvre include licorice, bon bons, jordan almonds, jujubes and gummi bears.
en.wikipedia.org
The little bears' harmless hijinks soon turn into danger on the runaway wagon.
en.wikipedia.org
He bears a grudge against the coach, for reasons that do not become clear until late in the play.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "bears" σε άλλες γλώσσες