Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

deposit slip
Einzahlungsbeleg

στο λεξικό PONS

de·ˈpos·it slip ΟΥΣ

Einzahlungsbeleg αρσ <-(e)s, -e>
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Einzahlungsformular ουδ <-s, -e>
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
deposit slip αμερικ
στο λεξικό PONS

I. slip [slɪp] ΟΥΣ

1. slip (fall):

Ausrutscher αρσ <-s, -> οικ
slip of price, value
Fall αρσ <-(e)s, Fäl·le>

2. slip ΝΟΜ:

Zettel αρσ <-s, ->
Formular ουδ <-s, -e>
Kassenzettel αρσ <-s, ->
Druckfahne θηλ <-, -n>
ein Zettel αρσ
Einzahlungsformular ουδ <-s, -e>

3. slip (mistake):

Flüchtigkeitsfehler αρσ <-s, ->
Schnitzer αρσ <-s, -> οικ

4. slip ΜΌΔΑ:

Unterrock αρσ
Unterkleid ουδ
Unterrock αρσ

5. slip ΚΗΠ:

Ableger αρσ <-s, ->

6. slip (small):

eine halbe Portion von einem Mädchen οικ μειωτ

7. slip (in cricket):

8. slip ΑΣΤΡΟΝ:

Slippen ουδ ειδικ ορολ

9. slip no pl (clay):

[Mal-]Schlicker αρσ ειδικ ορολ

ιδιωτισμοί:

to give sb the slip οικ
jdn abhängen οικ
there's many a slip ['twixt cup and lip] παροιμ

II. slip <-pp-> [slɪp] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. slip (slide):

slip person
slip knife, hand
slip tyres
slip clutch
schleifen <schleifte, hat geschleift>
to slip off sth
von etw δοτ abrutschen

2. slip μτφ:

to let sth slip secret

3. slip (creep):

4. slip (decline):

slip dollar, price, productivity
sinken <sank, gesunken>

5. slip (make mistake):

slip person

6. slip οικ (slacken):

7. slip (adopt):

sich δοτ etw angewöhnen

8. slip clothing:

in etw αιτ hineinschlüpfen

ιδιωτισμοί:

sich δοτ etw entgehen lassen
slip, slop, slap αυστραλ

III. slip <-pp-> [slɪp] ΡΉΜΑ μεταβ

1. slip (put):

2. slip (escape):

to slip sth
sich αιτ aus etw δοτ befreien
to slip sth chains, leash
sich αιτ von etw δοτ befreien
μτφ to slip sb's attention
sth slips sb's mind [or memory]
jd vergisst etw

3. slip ΑΥΤΟΚ:

4. slip ΝΑΥΣ:

5. slip ΙΑΤΡ:

6. slip (knitting):

ιδιωτισμοί:

to slip one over on sb dated οικ
jdn reinlegen οικ

I. de·pos·it [dɪˈpɒzɪt, αμερικ -ˈpɑ:-] ΡΉΜΑ μεταβ

1. deposit (leave, put down):

to deposit sth ΓΕΩΛ

2. deposit (pay into account):

3. deposit (leave as security):

II. de·pos·it [dɪˈpɒzɪt, αμερικ -ˈpɑ:-] ΟΥΣ

1. deposit:

Bodensatz αρσ <-es, -sätze>
Ablagerung θηλ <-, -en>
Vorkommen ουδ <-s, ->
Ölvorkommen <-s, -> pl

2. deposit ΧΡΗΜΑΤΟΠ (money put in bank):

Einzahlung θηλ <-, -en>
Einlage θηλ <-, -n>
Einzahlungsbeleg αρσ <-(e)s, -e>
CH meist Einzahlungsschein αρσ
Festgeld ουδ <-(e)s, -er>

3. deposit:

Anzahlung θηλ <-, -en>
Kaution θηλ <-, -en>
CH a. Depot ουδ
deposit bottle
Pfand ουδ <-(e)s, Pfän·der>

4. deposit ΠΟΛΙΤ:

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

deposit slip ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

slip ΟΥΣ ΑΣΦΆΛ

Slip αρσ

deposit ΟΥΣ ΑΚΊΝ

Kaution θηλ

deposit ΡΉΜΑ μεταβ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

deposit ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Einzahlung θηλ
Einlage θηλ

deposit ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

(Geld)Einlage θηλ
Einzahlung θηλ
Deposit ουδ

deposit ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

Guthaben ουδ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

I. deposit ΡΉΜΑ

II. deposit ΟΥΣ

Present
Islip
youslip
he/she/itslips
weslip
youslip
theyslip
Past
Islipped
youslipped
he/she/itslipped
weslipped
youslipped
theyslipped
Present Perfect
Ihaveslipped
youhaveslipped
he/she/ithasslipped
wehaveslipped
youhaveslipped
theyhaveslipped
Past Perfect
Ihadslipped
youhadslipped
he/she/ithadslipped
wehadslipped
youhadslipped
theyhadslipped

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Αναζήτηση "deposit slip" σε άλλες γλώσσες