στο λεξικό PONS
se·cu·rity [sɪˈkjʊərəti, αμερικ -ˈkjʊrət̬i] ΟΥΣ
1. security no pl (protection, safety):
2. security no pl (guards):
3. security no pl (permanence, certainty):
4. security no pl (confidence):
5. security usu ενικ (safeguard):
6. security no pl (guarantee of payment):
7. security ΧΡΗΜΑΤΟΠ (investment):
8. security (as guarantor):
9. security (being secret):
se·cu·rities [sɪˈkjʊərətiz, αμερικ -ˈkjʊrət̬iz] ΟΥΣ πλ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ
OR1 [ˌəʊˈɑ:, αμερικ ˌoʊˈɑ:r] ΟΥΣ no pl
OR ΟΙΚΟΝ συντομογραφία: operational research
op·era·tion·al re·ˈsearch ΟΥΣ, OR ΟΥΣ no pl esp αμερικ, αυστραλ
OR2 [αμερικ ˌoʊˈɑ:r] ΟΥΣ αμερικ
OR συντομογραφία: operating room
-
- Operationsraum αρσ
ˈop·er·at·ing room ΟΥΣ ΙΑΤΡ
or [ɔ:ʳ, αμερικ ɔ:r] ΣΎΝΔ
3. or (and also not):
4. or (also called):
5. or (being non-specific or unsure):
OR3 ΟΥΣ no pl
OR συντομογραφία: Oregon
I. lit·tle <smaller [or -r], smallest [or -st]> [ˈlɪtl̩, αμερικ -t̬-] ΕΠΊΘ
1. little (small):
2. little (young):
4. little <less, least> time:
5. little προσδιορ, αμετάβλ (trivial):
6. little (not much):
II. lit·tle <less, least> [ˈlɪtl̩, αμερικ -t̬-] ΕΠΊΡΡ
2. little (hardly):
III. lit·tle [ˈlɪtl̩, αμερικ -t̬-] ΑΝΤΩΝ
1. little (small quantity):
2. little (not much):
3. little (distance):
4. little (time):
of [ɒv, əv, αμερικ ɑ:v, ʌv, əv] ΠΡΌΘ
1. of after ουσ (belonging to):
2. of after ουσ (expressing relationship):
3. of after ουσ (expressing a whole's part):
4. of after ουσ (expressing quantities):
5. of after ρήμα (consisting of):
8. of after ουσ (done to):
9. of after ουσ (suffered by):
10. of (expressing cause):
11. of (expressing origin):
12. of after ρήμα (concerning):
13. of after ουσ (expressing condition):
14. of after ουσ (expressing position):
15. of after ουσ (with respect to scale):
16. of (expressing age):
17. of after ουσ (denoting example of category):
18. of after ουσ (typical of):
19. of after ουσ (expressing characteristic):
20. of after ουσ (away from):
21. of after ουσ (in time phrases):
22. of after ρήμα (expressing removal):
23. of after ουσ (apposition):
24. of dated (during):
ιδιωτισμοί:
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
securities of little or no value ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.