Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lhistorien
Kugellager

στο λεξικό PONS

ball ˈbear·ing ΟΥΣ

Kugellager ουδ <-s, ->
στο λεξικό PONS
Rillenkugellager ουδ ΤΕΧΝΟΛ
στο λεξικό PONS

bear·ing [ˈbeərɪŋ, αμερικ ˈber-] ΟΥΣ

1. bearing ΓΕΩΓΡ, ΝΑΥΣ:

Peilung θηλ <-, -en>
sich αιτ an etw δοτ orientieren
Lage θηλ <-, -n> kein pl
Position θηλ <-, -en>
Kurs αρσ <-es, -e> kein pl
Richtung θηλ <-, -en>
to get [or find] one's bearings μτφ
sich αιτ zurechtfinden [o. μτφ orientieren]
to get [or find] one's bearings μτφ

2. bearing:

Benehmen ουδ <-s> kein pl
Betragen ουδ <-s> kein pl
Verhalten ουδ <-s> kein pl
Haltung θηλ <-, -en>

3. bearing ΤΕΧΝΟΛ:

Lager ουδ <-s, ->

4. bearing (relevance):

Tragweite θηλ <-, -n> kein pl
Bedeutung θηλ <-> kein pl
für etw αιτ von Belang [o. relevant] sein
zu etw αιτ keinen Bezug haben
für etw αιτ belanglos sein

I. bear1 [beəʳ, αμερικ ber] ΟΥΣ

1. bear (animal):

Bär αρσ <-en, -en>
Bärin θηλ <-, -nen>
to be like a bear with a sore head [or αμερικ like a real bear] μτφ οικ

2. bear ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ (sb calculatedly selling stocks):

Baissier αρσ <-s, -s>
Baissespekulant(in) αρσ (θηλ) <-en, -en; -, -nen>
Bär(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>
Bear αρσ

ιδιωτισμοί:

II. bear1 <bears, beared, beared> [beəʳ, αμερικ ber] ΡΉΜΑ αμετάβ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

I. bear2 <bears, bore, borne [or αμερικ also born]> [beəʳ, αμερικ ber] ΡΉΜΑ μεταβ

1. bear (carry):

to bear sth
etw tragen
λογοτεχνικό he was borne backwards by a large wave
to bear arms τυπικ
to bear gifts τυπικ
to bear tidings απαρχ λογοτεχνικό

2. bear (display):

3. bear (be identified by):

to bear sb's name
jds Namen tragen [o. τυπικ führen]

4. bear (behave):

5. bear (support):

μτφ to bear the cost

6. bear (endure, shoulder):

to bear sth

7. bear (tolerate):

to not be able to bear sb/sth

8. bear (harbour resentments):

einen Groll gegen jdn hegen τυπικ

9. bear (possess):

gezeichnet sein τυπικ

10. bear (keep):

11. bear (give birth to):

12. bear ΓΕΩΡΓ, ΒΟΤ:

to bear fruit also μτφ
Früchte tragen a. μτφ
ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΟΙΚΟΝ to bear interest at 8%
ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΟΙΚΟΝ to bear interest at 8%

ιδιωτισμοί:

von etw δοτ Zeugnis ablegen
to bear false witness απαρχ

II. bear2 <bears, bore, borne [or αμερικ also born]> [beəʳ, αμερικ ber] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. bear (tend):

2. bear (be patient):

3. bear (press):

4. bear (approach):

to bear down on [or upon] sb/sth
auf jdn/etw zusteuern

5. bear (be relevant):

to bear on sth

6. bear (put pressure on):

Druck αρσ auf jdn/etw ausüben

I. ball [bɔ:l] ΟΥΣ

1. ball (for play):

Ball αρσ <-(e)s, Bälle>

2. ball (sth ball-shaped):

ball of wool, string
Knäuel αρσ o ουδ <-s, ->
ball of dough
Kugel θηλ <-, -n>

3. ball (body part):

Ballen αρσ <-s, ->

4. ball (formal dance):

Ball αρσ <-(e)s, Bälle>
Sommerball αρσ

5. ball (root ball of tree):

[Wurzel]ballen αρσ

6. ball πολύ οικ! (testicles) → balls

balls pl
Eier χυδ πλ

ιδιωτισμοί:

du bist am Ball οικ
Spaß haben οικ

II. ball [bɔ:l] ΡΉΜΑ μεταβ

1. ball:

2. ball αμερικ αργκ (have sex with):

to ball sb
jdn bumsen χυδ

balls [ˈbɔ:lz] ΟΥΣ pl πολύ οικ!

1. balls ΑΝΑΤ:

Eier χυδ pl

2. balls (courage):

Eier χυδ pl
Eier haben χυδ
genug Mumm [in den Knochen] haben, etw zu tun αργκ

ιδιωτισμοί:

to break sb's balls
jdn bei [o. an] den Eiern haben χυδ
[völliger] Mist [o. Quatsch] sein οικ μειωτ
Καταχώριση OpenDict

bearing ΟΥΣ

Auswirkung θηλ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

bear3 ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

Bär αρσ
Bear αρσ
Baissier αρσ
Present
Ibear
youbear
he/she/itbears
webear
youbear
theybear
Past
Ibore
youbore
he/she/itbore
webore
youbore
theybore
Present Perfect
Ihaveborne / αμερικ επίσ born
youhaveborne / αμερικ επίσ born
he/she/ithasborne / αμερικ επίσ born
wehaveborne / αμερικ επίσ born
youhaveborne / αμερικ επίσ born
theyhaveborne / αμερικ επίσ born
Past Perfect
Ihadborne / αμερικ επίσ born
youhadborne / αμερικ επίσ born
he/she/ithadborne / αμερικ επίσ born
wehadborne / αμερικ επίσ born
youhadborne / αμερικ επίσ born
theyhadborne / αμερικ επίσ born

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.