Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

l'Échiquier
Kreditgenossenschaft

στο λεξικό PONS

co·opera·tive ˈsav·ings as·so·cia·tion ΟΥΣ

Kreditgenossenschaft θηλ <-, -en>
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Genossenschaft θηλ <-, -en>
Bausparkasse θηλ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. sav·ing [ˈseɪvɪŋ] ΟΥΣ

1. saving usu pl (money):

Erspartes ουδ kein pl

2. saving no pl:

Ersparnis θηλ <-, -se>
Einsparung θηλ <-, -en>

3. saving no pl (rescue, preservation):

Rettung θηλ <-, -en>

4. saving ΝΟΜ:

Ausnahme θηλ <-, -n>

II. sav·ing [ˈseɪvɪŋ] ΕΠΊΘ

III. sav·ing [ˈseɪvɪŋ] ΠΡΌΘ

saving → save

I. save [seɪv] ΡΉΜΑ μεταβ

1. save (rescue):

to save sb/sth [from sth]
jdn/etw [vor etw δοτ] retten
to save sb's life
to save one's own skin [or hide] usu μειωτ
to save sb's soul

2. save ΝΑΥΣ:

to save sth
etw bergen

3. save (keep from danger):

to save sb/sth
jdn/etw schützen

4. save (keep for future use):

to save sth

5. save (collect):

to save sth

6. save (avoid wasting):

sich αιτ schonen

7. save (reserve):

to save sb sth [or to save sth for sb]
jdm etw aufheben

8. save (spare):

to save sb sth
jdm etw ersparen

9. save Η/Υ:

to save sth as...

10. save ΑΘΛ:

ιδιωτισμοί:

to save sb's bacon [or neck]
a stitch in time saves nine παροιμ

II. save [seɪv] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. save (keep for the future):

2. save (conserve sth):

to save on sth
bei etw δοτ sparen

3. save αμερικ (keep):

save food
sich αιτ halten

III. save [seɪv] ΟΥΣ (in football)

Abwehr θηλ <->

IV. save [seɪv] ΠΡΌΘ τυπικ

außer +δοτ
save for ...
außer +δοτ ...

as·so·cia·tion [əˌsəʊsiˈeɪʃən, αμερικ -ˌsoʊ-] ΟΥΣ

1. association:

Vereinigung θηλ <-, -en>
Verein αρσ <-(e)s, -e>
Verband αρσ <-(e)s, -bän·de>
memorandum of association βρετ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Gründungsurkunde θηλ <-, -n>

2. association (relationship, connection with sb):

Umgang αρσ mit jdm
Verkehr αρσ mit jdm
Kontakt αρσ zu jdm

3. association no pl (involvement):

Verbundenheit θηλ <->
Zugehörigkeit θηλ <->
in Verbindung mit jdm/etw
Assoziierung θηλ mit etw δοτ beantragen

4. association (mental connection):

Assoziation θηλ <-, -en>

5. association no pl (combination):

Verknüpfung θηλ <-, -en>

I. coopera·tive [kəʊˈɒpərətɪv, αμερικ koʊˈɑ:pɚət̬ɪv] ΟΥΣ

Genossenschaft θηλ <-, -en>
Genosse(Genossin) αρσ (θηλ) <-n, -n>

II. coopera·tive [kəʊˈɒpərətɪv, αμερικ koʊˈɑ:pɚət̬ɪv] ΕΠΊΘ

1. cooperative προσδιορ, αμετάβλ ΟΙΚΟΝ:

Konsumgenossenschaft θηλ <-, -en>
Konsum[laden] αρσ

2. cooperative (willing):

Καταχώριση OpenDict

association ΟΥΣ

jds Umgang mit jdm

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

cooperative savings association ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

savings ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Ersparnis θηλ

saving ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Sparen ουδ

saving ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

Ersparnis θηλ

savings ΟΥΣ CTRL

association ΟΥΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

Verband αρσ

cooperative ΕΠΊΘ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣ ΔΟΜ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Αναζήτηση "cooperative savings association" σε άλλες γλώσσες